Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
κοινωνικό (το) 🔉  

sosyal etkinlik 🔉  
davet 🔉  
κοινωνικό γεγονός (το) 🔉  

toplumsal olgu 🔉  
κοινωνικό κράτος (το) 🔉  

sosyal devlet 🔉  
κοινωνικό κύρος (το) 🔉  

toplumsal itibar 🔉  
sosyal prestij 🔉  
κοινωνικό στρώμα (το) 🔉  

toplumsal tabaka 🔉  
κοινωνικό φαινόμενο (το) 🔉  

toplumsal fenomen 🔉  
κοινωνικοανθρωπολογικός 🔉  

sosyoantropolojik 🔉  
κοινωνικοοικονομικός 🔉  

sosyoekonomik 🔉  
κοινωνικοποίηση (η) 🔉  

sosyalleşme 🔉  
toplumsallaştırma 🔉  
κοινωνικοποιούμαι 🔉  

sosyalleşmek 🔉  
toplumsallaşmak 🔉  
κοινωνικοποιώ 🔉  

sosyalleştirmek 🔉  
toplumsallaştırmak 🔉  
κοινωνικοπολιτισμικός 🔉  

sosyokültürel 🔉  
κοινωνικός 🔉  

toplumsal 🔉  
sosyal 🔉  
κοινωνικός ανθρωπολόγος (ο) 🔉  

sosyal antropolog 🔉  
κοινωνικός αποκλεισμός (ο) 🔉  

toplumsal dışlanma 🔉  
κοινωνικός σχηματισμός (ο) 🔉  

toplumsal formasyon 🔉  
κοινωνικός/ 🔉  

ή/-ό - toplumsal 🔉  
sosyal 🔉  
κοινωνικότητα (η) 🔉  

sosyallik 🔉  
toplumsallık 🔉  
κοινωνικοψυχολογικός 🔉  

sosyopsikolojik 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱