Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
πιστό (το)
🔉
aslına uygun kopya
🔉
suret
🔉
πιστό αντίτυπο (το)
🔉
aslına uygun nüsha
🔉
tıpkıbasım
🔉
πιστοδότηση (η)
🔉
kredilendirme
🔉
kredi tahsisi
🔉
πιστοδοτώ
🔉
kredi vermek
🔉
kredilendirmek
🔉
πιστοί (ο)
🔉
müminler
🔉
inananlar
🔉
sadıklar
🔉
πιστολάκι (το)
🔉
tabanca biçimli alet
🔉
saç kurutma makinesi
🔉
πιστόλι (το)
🔉
tabanca
🔉
πιστόλι βαφής (το)
🔉
boya tabancası
🔉
πιστόλι με φελλό (το)
🔉
mantarlı tabanca
🔉
πιστόλι πριτσινιών (το)
🔉
perçin tabancası
🔉
πιστόλι ψεκασμού (το)
🔉
püskürtme tabancası
🔉
πιστοποιημένος
🔉
sertifikalı
🔉
belgeli
🔉
tasdikli
🔉
πιστοποίηση (η)
🔉
belgelendirme
🔉
sertifikasyon
🔉
tasdik
🔉
πιστοποιητικό (το)
🔉
sertifika
🔉
belge
🔉
tasdikname
🔉
πιστοποιητικό άδειας (το)
🔉
izin belgesi
🔉
ruhsat belgesi
🔉
πιστοποιητικό αθώωσης (το)
🔉
beraat belgesi
🔉
πιστοποιητικό απορίας (το)
🔉
yoksulluk belgesi
🔉
πιστοποιητικό διαγωγής (το)
🔉
hal kâğıdı
🔉
iyi hâl belgesi
🔉
πιστοποιητικό διαμονής (το)
🔉
ikamet belgesi
🔉
πιστοποιητικό εγκατάστασης (το)
🔉
yerleşim belgesi
🔉
πιστοποιητικό ειδικότητας (το)
🔉
uzmanlık belgesi
🔉
πιστοποιητικό εμβολιασμού (το)
🔉
aşı belgesi
🔉
πιστοποιητικό επάρκειας (το)
🔉
yeterlilik belgesi
🔉
πιστοποιητικό επικύρωσης (το)
🔉
tasdik belgesi
🔉
onay belgesi
🔉
πιστοποιητικό θανάτου (το)
🔉
ölüm belgesi
🔉
πιστοποιητικό καθαρότητας (το)
🔉
temizlik belgesi
🔉
saflık belgesi
🔉
πιστοποιητικό καλής διαγωγής (το)
🔉
iyi hâl belgesi
🔉
πιστοποιητικό καταγωγής (το)
🔉
menşe belgesi
🔉
köken belgesi
🔉
πιστοποιητικό κατοικίας (το)
🔉
ikametgâh belgesi
🔉
πιστοποιητικό προέλευσης (το)
🔉
menşe belgesi
🔉
kaynak belgesi
🔉
πιστοποιητικό σπουδών (το)
🔉
öğrenim belgesi
🔉
πιστοποιητικό συμμετοχής (το)
🔉
katılım belgesi
🔉
πιστοποιητικό υγείας (το)
🔉
sağlık raporu
🔉
sağlık belgesi
🔉
πιστοποιητικό φοίτησης (το)
🔉
öğrenci belgesi
🔉
devam belgesi
🔉
πιστός
🔉
sadık
🔉
vefalı
🔉
mümin
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱