Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
çan
🔉
καμπάνα (η)
🔉
Çan
🔉
Τσαν (το)
🔉
can
🔉
ψυχή (η)
🔉
ζωή (η)
🔉
αγαπημένος/ή (ο/η)
🔉
can acısı
🔉
ψυχικός πόνος (ο)
🔉
οδύνη (η)
🔉
can alıcı
🔉
καίριος
🔉
εντυπωσιακός
🔉
can alıcılık
🔉
εντυπωσιακότητα (η)
🔉
can arkadaşı
🔉
καρδιακός φίλος (ο)
🔉
στενός φίλος (ο)
🔉
can bunaltısı
🔉
ψυχική στενοχώρια (η)
🔉
ανία (η)
🔉
can çabası
🔉
ύστατη προσπάθεια (η)
🔉
çan çan
🔉
ντιν-νταν
🔉
çan çiçeği
🔉
καμπανούλα (η)
🔉
çan çiçeğigiller
🔉
καμπανοειδή (τα)
🔉
can damarı
🔉
ζωτική αρτηρία (η)
🔉
can direği
🔉
κύριο κατάρτι (το)
🔉
can dostu
🔉
καρδιακός φίλος (ο)
🔉
can düşmanı
🔉
θανάσιμος εχθρός (ο)
🔉
can eriği
🔉
κορόμηλο (το)
🔉
can feda
🔉
θυσιάζω τη ζωή μου
🔉
η ζωή μου θυσία
🔉
can havliyle
🔉
με απόγνωση
🔉
σε πανικό
🔉
can korkusu
🔉
φόβος θανάτου (ο)
🔉
çan kulesi
🔉
καμπαναριό (το)
🔉
can kurban
🔉
θυσία η ζωή μου
🔉
ας γίνει θυσία η ζωή μου
🔉
can kuşu
🔉
ψυχή (η)
🔉
can noktası
🔉
ζωτικό σημείο (το)
🔉
can pahasına
🔉
με κίνδυνο ζωής
🔉
με τίμημα τη ζωή
🔉
can pazarı
🔉
πανικός (ο)
🔉
χαώδης σκηνή (η)
🔉
can sağlığı
🔉
υγεία (η)
🔉
can simidi
🔉
σωσίβιο (το)
🔉
σωστικός δακτύλιος (ο)
🔉
can sıkıntısı
🔉
ανία (η)
🔉
πλήξη (η)
🔉
can sohbeti
🔉
εγκάρδια συζήτηση (η)
🔉
οικεία κουβέντα (η)
🔉
can suyu
🔉
νερό ζωής (το)
🔉
νερό για αναζωογόνηση (το)
🔉
can tahtası
🔉
σανίδα σωτηρίας (η)
🔉
can yeleği
🔉
σωσίβιο γιλέκο (το)
🔉
can yoldaşı
🔉
σύντροφος ζωής (ο/η)
🔉
συνοδοιπόρος (ο/η)
🔉
cana
🔉
στην ψυχή
🔉
στη ζωή
🔉
cana yakın
🔉
συμπαθητικός
🔉
προσιτός
🔉
cana yakınlık
🔉
συμπάθεια (η)
🔉
προσιτότητα (η)
🔉
çanak
🔉
μπολ (το)
🔉
λεκάνη (η)
🔉
πιάτο (το)
🔉
çanak ağızlı
🔉
με χείλος σαν μπολ
🔉
çanak anten
🔉
δορυφορικό πιάτο (το)
🔉
çanak çömlek
🔉
κεραμικά (τα)
🔉
πήλινα σκεύη (τα)
🔉
çanak üzengi
🔉
αναβολέας (ο)
🔉
çanak yalayıcı
🔉
γλείφτης πιάτων (ο)
🔉
çanak yalayıcılık
🔉
γλειψιματία (η)
🔉
çanak yaprak
🔉
σέπαλο (το)
🔉
çanakçı
🔉
αγγειοπλάστης (ο)
🔉
Çanakçı
🔉
Τσανάκτσι (το)
🔉
çanakçık
🔉
μικρό μπολ (το)
🔉
κοτύλη (η)
🔉
çanakçılık
🔉
αγγειοπλαστική (η)
🔉
Çanakkale
🔉
Τσανάκκαλε (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱