Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
çıkar
🔉
συμφέρον (το)
🔉
όφελος (το)
🔉
κέρδος (το)
🔉
☆
çıkar budak
🔉
σύγκρουση συμφερόντων (η)
🔉
☆
çıkar yol
🔉
διέξοδος (η)
🔉
λύση (η)
🔉
☆
çıkarabilme
🔉
δυνατότητα αφαίρεσης (η)
🔉
δυνατότητα εξαγωγής (η)
🔉
☆
çıkarabilmek
🔉
μπορώ να βγάλω
🔉
μπορώ να αφαιρέσω
🔉
μπορώ να εξαγάγω
🔉
☆
çıkarayazma
🔉
παραλίγο εξαγωγή (η)
🔉
παραλίγο αφαίρεση (η)
🔉
☆
çıkarayazmak
🔉
παραλίγο να βγάλω
🔉
παραλίγο να αφαιρέσω
🔉
☆
çıkarcı
🔉
ωφελιμιστής (ο)
🔉
συμφεροντολόγος (ο)
🔉
☆
çıkarcılık
🔉
ωφελιμισμός (ο)
🔉
συμφεροντολογία (η)
🔉
☆
çıkarılabilme
🔉
δυνατότητα να αφαιρεθεί (η)
🔉
δυνατότητα να εξαχθεί (η)
🔉
☆
çıkarılabilmek
🔉
μπορώ να αφαιρεθεί
🔉
μπορώ να εξαχθεί
🔉
☆
çıkarılış
🔉
αφαίρεση (η)
🔉
εξαγωγή (η)
🔉
☆
çıkarılıverme
🔉
άμεση αφαίρεση (η)
🔉
άμεση εξαγωγή (η)
🔉
☆
çıkarılıvermek
🔉
αφαιρούμαι αμέσως
🔉
εξάγομαι αμέσως
🔉
☆
çıkarılma
🔉
αφαίρεση (η)
🔉
εξαγωγή (η)
🔉
απόλυση (η)
🔉
☆
çıkarılmak
🔉
αφαιρούμαι
🔉
εξάγομαι
🔉
απολύομαι
🔉
☆
çıkarım
🔉
συμπέρασμα (το)
🔉
εξαγωγή συμπεράσματος (η)
🔉
☆
çıkarış
🔉
αφαίρεση (η)
🔉
εξαγωγή (η)
🔉
☆
çıkarıverme
🔉
άμεση αφαίρεση (η)
🔉
άμεση εξαγωγή (η)
🔉
☆
çıkarıvermek
🔉
αφαιρώ αμέσως
🔉
βγάζω αμέσως
🔉
☆
çıkarma
🔉
αφαίρεση (η)
🔉
εξαγωγή (η)
🔉
απόβαση (η)
🔉
εκδίωξη (η)
🔉
☆
çıkarma birliği
🔉
αποβατική δύναμη (η)
🔉
☆
çıkarma botu
🔉
αποβατικό σκάφος (το)
🔉
☆
çıkarma gemisi
🔉
αποβατικό πλοίο (το)
🔉
☆
çıkarma harekâtı
🔉
αποβατική επιχείρηση (η)
🔉
☆
çıkarma işareti
🔉
σύμβολο αφαίρεσης (το)
🔉
μείον (το)
🔉
☆
çıkarma yeri
🔉
σημείο απόβασης (το)
🔉
☆
çıkarmak
🔉
βγάζω
🔉
αφαιρώ
🔉
εξάγω
🔉
απολύω
🔉
αποβιβάζω
🔉
☆
çıkarsama
🔉
συμπερασμός (ο)
🔉
εξαγωγή συμπεράσματος (η)
🔉
☆
çıkarsever
🔉
φιλοκερδής
🔉
συμφεροντολόγος
🔉
☆
çıkarseverlik
🔉
φιλοκέρδεια (η)
🔉
συμφεροντολογία (η)
🔉
☆
çıkartabilme
🔉
δυνατότητα αφαίρεσης (η)
🔉
δυνατότητα εξαγωγής (η)
🔉
☆
çıkartabilmek
🔉
μπορώ να αφαιρέσω
🔉
μπορώ να εξαγάγω
🔉
☆
çıkartı
🔉
απόσπασμα (το)
🔉
εκχύλισμα (το)
🔉
☆
çıkartılabilme
🔉
δυνατότητα να αφαιρεθεί (η)
🔉
δυνατότητα να εξαχθεί (η)
🔉
☆
çıkartılabilmek
🔉
μπορώ να αφαιρεθεί
🔉
μπορώ να εξαχθεί
🔉
☆
çıkartılış
🔉
αφαίρεση (η)
🔉
εξαγωγή (η)
🔉
☆
çıkartılma
🔉
αφαίρεση (η)
🔉
εξαγωγή (η)
🔉
☆
çıkartılmak
🔉
αφαιρούμαι
🔉
εξάγομαι
🔉
☆
çıkartış
🔉
αφαίρεση (η)
🔉
εξαγωγή (η)
🔉
☆
çıkartıverme
🔉
άμεση αφαίρεση (η)
🔉
άμεση εξαγωγή (η)
🔉
☆
çıkartıvermek
🔉
αφαιρώ αμέσως
🔉
εξάγω αμέσως
🔉
☆
çıkartma
🔉
αφαίρεση (η)
🔉
εξαγωγή (η)
🔉
☆
çıkartmak
🔉
αφαιρώ
🔉
εξάγω
🔉
☆
çıkarttırma
🔉
ανάθεση αφαίρεσης (η)
🔉
ανάθεση εξαγωγής (η)
🔉
☆
çıkarttırmak
🔉
αναθέτω να αφαιρεθεί
🔉
αναθέτω να εξαχθεί
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱