Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
çağ
🔉
εποχή (η)
🔉
αιώνας (ο)
🔉
☆
cağ
🔉
σούβλα (η)
🔉
☆
çağ dışı
🔉
αναχρονιστικός
🔉
εκτός εποχής
🔉
☆
çağ dışılık
🔉
αναχρονισμός (ο)
🔉
☆
cağ kebabı
🔉
κεμπάπ στη σούβλα (το)
🔉
☆
çağa
🔉
παιδική ηλικία (η)
🔉
νηπιακή ηλικία (η)
🔉
☆
çağanoz
🔉
καραβίδα (η)
🔉
καβούρι (το)
🔉
☆
Çağatayca
🔉
τσαγκαταϊκή (η)
🔉
☆
çağcıl
🔉
εκσυγχρονιστικός
🔉
μοντερνιστικός
🔉
☆
çağcıllaşma
🔉
εκσυγχρονισμός (ο)
🔉
☆
çağcıllaşmak
🔉
εκσυγχρονίζομαι
🔉
☆
çağcıllaştırma
🔉
εκσυγχρονισμός (ο)
🔉
☆
çağcıllaştırmak
🔉
εκσυγχρονίζω
🔉
☆
çağcıllık
🔉
εκσυγχρονισμός (ο)
🔉
μοντερνισμός (ο)
🔉
☆
çağdaş
🔉
σύγχρονος
🔉
ομόχρονος
🔉
☆
çağdaşlaşabilme
🔉
δυνατότητα εκσυγχρονισμού (η)
🔉
☆
çağdaşlaşabilmek
🔉
μπορώ να εκσυγχρονιστώ
🔉
☆
çağdaşlaşma
🔉
εκσυγχρονισμός (ο)
🔉
☆
çağdaşlaşmak
🔉
εκσυγχρονίζομαι
🔉
☆
çağdaşlaştırabilme
🔉
δυνατότητα εκσυγχρονισμού (η)
🔉
☆
çağdaşlaştırabilmek
🔉
μπορώ να εκσυγχρονίσω
🔉
☆
çağdaşlaştırılabilme
🔉
δυνατότητα να εκσυγχρονιστεί (η)
🔉
☆
çağdaşlaştırılabilmek
🔉
μπορώ να εκσυγχρονιστώ (παθητ.)
🔉
☆
çağdaşlaştırılma
🔉
εκσυγχρονισμός (ο)
🔉
☆
çağdaşlaştırılmak
🔉
εκσυγχρονίζομαι (παθητ.)
🔉
☆
çağdaşlaştırma
🔉
εκσυγχρονισμός (ο)
🔉
☆
çağdaşlaştırmak
🔉
εκσυγχρονίζω
🔉
☆
çağdaşlık
🔉
συγχρονικότητα (η)
🔉
νεωτερικότητα (η)
🔉
☆
çağıl çağıl
🔉
με κελάρυσμα
🔉
κελάρυστα
🔉
☆
çağıldama
🔉
κελάρυσμα (το)
🔉
☆
çağıldamak
🔉
κελαρύζω
🔉
☆
çağıldayış
🔉
κελάρυσμα (το)
🔉
☆
çağıltı
🔉
κελάρυσμα (το)
🔉
παφλασμός (ο)
🔉
☆
çağıltılı
🔉
κελαρυστός
🔉
με παφλασμό
🔉
☆
çağırabilme
🔉
δυνατότητα να καλέσει (η)
🔉
☆
çağırabilmek
🔉
μπορώ να καλέσω
🔉
μπορώ να φωνάξω
🔉
☆
çağırım
🔉
κλήση (η)
🔉
πρόσκληση (η)
🔉
☆
çağırış
🔉
φώναγμα (το)
🔉
κάλεσμα (το)
🔉
☆
çağırıverme
🔉
ξαφνικό κάλεσμα (το)
🔉
απότομο φώναγμα (το)
🔉
☆
çağırıvermek
🔉
φωνάζω αμέσως
🔉
καλώ μονομιάς
🔉
☆
çağırma
🔉
κάλεσμα (το)
🔉
κλήση (η)
🔉
☆
çağırmak
🔉
καλώ
🔉
φωνάζω
🔉
προσκαλώ
🔉
☆
çağırtabilme
🔉
δυνατότητα να κάνει να φωνάξει (η)
🔉
☆
çağırtabilmek
🔉
μπορώ να κάνω να φωνάξει
🔉
μπορώ να καλέσω μέσω άλλου
🔉
☆
çağırtı
🔉
κραυγή (η)
🔉
φωνή (η)
🔉
☆
çağırtılma
🔉
κλήση (η)
🔉
κάλεσμα (το)
🔉
☆
çağırtılmak
🔉
καλούμαι
🔉
φωνάζομαι
🔉
☆
çağırtkan
🔉
κραυγαλέος
🔉
φωνακλάς
🔉
☆
çağırtma
🔉
κάλεσμα (το)
🔉
κλήση (η)
🔉
☆
çağırtmaç
🔉
κήρυκας (ο)
🔉
τελάλης (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱