Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
çakıl
🔉
χαλίκι (το)
🔉
κροκάλα (η)
🔉
☆
çakıl çukul
🔉
με κροτάλισμα
🔉
κροταλιστά
🔉
☆
çakıl kuşu
🔉
χαλικοκυλιστής (ο)
🔉
☆
çakıl taşı
🔉
κροκάλα (η)
🔉
χαλίκι (το)
🔉
☆
çakıl yol
🔉
χαλικόδρομος (ο)
🔉
☆
çakılabilme
🔉
δυνατότητα να καρφωθεί (η)
🔉
☆
çakılabilmek
🔉
μπορώ να καρφωθώ
🔉
μπορώ να σφηνωθώ
🔉
☆
çakılayazma
🔉
παραλίγο κάρφωμα (το)
🔉
☆
çakılayazmak
🔉
παραλίγο να καρφωθώ
🔉
παραλίγο να σφηνωθώ
🔉
☆
çakıldak
🔉
κροταλιστήρας (ο)
🔉
☆
çakıldama
🔉
κροτάλισμα (το)
🔉
☆
çakıldamak
🔉
κροταλίζω
🔉
☆
çakıldatma
🔉
πρόκληση κροταλίσματος (η)
🔉
☆
çakıldatmak
🔉
κάνω να κροταλίσει
🔉
☆
çakılı
🔉
καρφωμένος
🔉
σφηνωμένος
🔉
☆
çakılış
🔉
κάρφωμα (το)
🔉
σφήνωμα (το)
🔉
☆
çakılıverme
🔉
στιγμιαίο κάρφωμα (το)
🔉
☆
çakılıvermek
🔉
καρφώνω μονομιάς
🔉
σφηνώνω αμέσως
🔉
☆
çakıllı
🔉
χαλικώδης
🔉
με χαλίκια
🔉
☆
çakıllık
🔉
χαλικότοπος (ο)
🔉
χαλικώνας (ο)
🔉
☆
çakılma
🔉
κάρφωμα (το)
🔉
σφήνωμα (το)
🔉
☆
çakılmak
🔉
καρφώνομαι
🔉
σφηνώνομαι
🔉
☆
çakıltı
🔉
κροτάλισμα (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱