Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
çatı
🔉
στέγη (η)
🔉
σκεπή (η)
🔉
☆
çatı arası
🔉
σοφίτα (η)
🔉
☆
çatı ekleri
🔉
προσθήκες στέγης (οι)
🔉
☆
çatı eteği
🔉
γείσο στέγης (το)
🔉
☆
çatı faresi
🔉
αρουραίος της στέγης (ο)
🔉
☆
çatı kaplayıcı
🔉
στεγανοποιός (ο)
🔉
σκεπατζής (ο)
🔉
☆
çatı katı
🔉
ρετιρέ (το)
🔉
όροφος σοφίτας (ο)
🔉
☆
çatı kirişi
🔉
δοκάρι στέγης (το)
🔉
☆
çatı örtüsü
🔉
κάλυμμα στέγης (το)
🔉
επικάλυψη στέγης (η)
🔉
☆
çatı penceresi
🔉
φεγγίτης (ο)
🔉
παράθυρο στέγης (το)
🔉
☆
çatıcı
🔉
στεγάστης (ο)
🔉
σκεπατζής (ο)
🔉
☆
çatıcılık
🔉
στεγανοποιία (η)
🔉
επάγγελμα στεγάστη (το)
🔉
☆
çatık
🔉
συνοφρυωμένος
🔉
σκυθρωπός
🔉
☆
çatık çehre
🔉
συνοφρυωμένο πρόσωπο (το)
🔉
☆
çatık çehreli
🔉
συνοφρυωμένος
🔉
☆
çatık çehrelilik
🔉
συνοφρύωση (η)
🔉
σκυθρωπότητα (η)
🔉
☆
çatık kaş
🔉
συνοφρυωμένο φρύδι (το)
🔉
☆
çatık kaşlı
🔉
συνοφρυωμένος
🔉
☆
çatık kaşlılık
🔉
συνοφρύωση (η)
🔉
☆
çatık surat
🔉
σκυθρωπό μούτρο (το)
🔉
☆
çatık suratlı
🔉
σκυθρωπός
🔉
☆
çatık suratlılık
🔉
σκυθρωπότητα (η)
🔉
☆
çatık yüz
🔉
συνοφρυωμένο πρόσωπο (το)
🔉
☆
çatık yüzlü
🔉
συνοφρυωμένος
🔉
☆
çatık yüzlülük
🔉
συνοφρύωση (η)
🔉
σκυθρωπότητα (η)
🔉
☆
çatıklaşma
🔉
συνοφρύωση (η)
🔉
σκυθρώπιασμα (το)
🔉
☆
çatıklaşmak
🔉
συνοφρυώνομαι
🔉
σκυθρωπάζω
🔉
☆
çatıklık
🔉
συνοφρύωση (η)
🔉
σκυθρωπότητα (η)
🔉
☆
çatılabilme
🔉
δυνατότητα στέγασης (η)
🔉
δυνατότητα κάλυψης (η)
🔉
☆
çatılabilmek
🔉
μπορώ να στεγαστώ
🔉
μπορώ να καλυφθώ
🔉
☆
çatıldama
🔉
κρότος (ο)
🔉
τριγμός (ο)
🔉
☆
çatıldamak
🔉
κροταλίζω
🔉
τρίζω
🔉
☆
çatılı
🔉
με στέγη
🔉
στεγασμένος
🔉
☆
çatılış
🔉
στέγαση (η)
🔉
κάλυψη (η)
🔉
☆
çatılma
🔉
στέγαση (η)
🔉
κάλυψη (η)
🔉
☆
çatılmak
🔉
στεγάζομαι
🔉
καλύπτομαι
🔉
☆
çatınma
🔉
συνοφρύωση (η)
🔉
☆
çatınmak
🔉
συνοφρυώνομαι
🔉
☆
çatır çatır
🔉
κρακ-κρακ
🔉
με δυνατούς τριγμούς
🔉
☆
çatır çutur
🔉
κρακ-κρουκ
🔉
με τριξίματα
🔉
☆
çatırdama
🔉
τριγμός (ο)
🔉
κρότος (ο)
🔉
☆
çatırdamak
🔉
τρίζω
🔉
κροταλίζω
🔉
☆
çatırdatma
🔉
πρόκληση τριγμού (η)
🔉
κροτάλισμα (το)
🔉
☆
çatırdatmak
🔉
κάνω να τρίζει
🔉
κροταλίζω
🔉
☆
çatırdayabilme
🔉
δυνατότητα τριξίματος (η)
🔉
☆
çatırdayabilmek
🔉
μπορώ να τρίζω
🔉
☆
çatırdayış
🔉
τριγμός (ο)
🔉
☆
çatırtı
🔉
τριγμός (ο)
🔉
κρότος (ο)
🔉
☆
çatırtılı
🔉
τριζάτος
🔉
με τριγμό
🔉
☆
çatırtısız
🔉
άτριχος
🔉
χωρίς τριγμό
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱