Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆çatal 🔉  

πιρούνι (το) 🔉  
διχάλα (η) 🔉  
διακλάδωση (η) 🔉  
☆çatal ağız 🔉  

διχαλωτό στόμιο (το) 🔉  
☆çatal aşı 🔉  

εμβολιασμός με σχισμή (ο) 🔉  
☆çatal ayak 🔉  

διχαλωτό πόδι (το) 🔉  
τρίποδο (το) 🔉  
☆çatal bel 🔉  

διχαλωτή μέση (η) 🔉  
☆çatal bıçak takımı 🔉  

σετ μαχαιροπίρουνα (το) 🔉  
☆çatal çivi 🔉  

διχαλωτό καρφί (το) 🔉  
☆çatal don 🔉  

παντελόνι με καβάλο (το) 🔉  
☆çatal flama 🔉  

διχαλωτό λάβαρο (το) 🔉  
☆çatal iğne 🔉  

παραμάνα (η) 🔉  
☆çatal kaldıraç 🔉  

διχαλωτός μοχλός (ο) 🔉  
☆çatal kargı 🔉  

διχαλωτό κοντάρι (το) 🔉  
☆çatal kazık 🔉  

διχαλωτός πάσσαλος (ο) 🔉  
☆çatal kundak 🔉  

διχαλωτό στήριγμα όπλου (το) 🔉  
☆çatal sakal 🔉  

διχαλωτό γένι (το) 🔉  
☆çatal ses 🔉  

διπλή φωνή (η) 🔉  
σπασμένη φωνή (η) 🔉  
☆çatal yürek 🔉  

διχασμένη καρδιά (η) 🔉  
☆çatal yürekli 🔉  

διχασμένος 🔉  
αναποφάσιστος 🔉  
☆çatal yüreklilik 🔉  

αναποφασιστικότητα (η) 🔉  
διχασμός (ο) 🔉  
☆çatal zıpkın 🔉  

διχαλωτό καμάκι (το) 🔉  
☆Çatalca 🔉  

Τσατάλτζα (η) 🔉  
☆çatalkara 🔉  

μαυροδιχάλα (η) 🔉  
☆çatalkuyruk 🔉  

διχαλωτή ουρά (η) 🔉  
☆çatallanabilme 🔉  

δυνατότητα διακλάδωσης (η) 🔉  
☆çatallanabilmek 🔉  

μπορώ να διακλαδωθώ 🔉  
☆çatallanış 🔉  

διακλάδωση (η) 🔉  
☆çatallanma 🔉  

διακλάδωση (η) 🔉  
☆çatallanmak 🔉  

διακλαδίζομαι 🔉  
☆çatallaşabilme 🔉  

δυνατότητα διακλάδωσης (η) 🔉  
☆çatallaşabilmek 🔉  

μπορώ να διακλαδωθώ 🔉  
☆çatallaşma 🔉  

διακλάδωση (η) 🔉  
☆çatallaşmak 🔉  

διακλαδίζομαι 🔉  
☆çatallaştırma 🔉  

διακλάδωση (η) 🔉  
διχασμός (ο) 🔉  
☆çatallaştırmak 🔉  

διακλαδώνω 🔉  
διχάζω 🔉  
☆çatallı 🔉  

διχαλωτός 🔉  
διακλαδισμένος 🔉  
☆çatallı iğne 🔉  

παραμάνα (η) 🔉  
☆çatallık 🔉  

διχάλα (η) 🔉  
διακλάδωση (η) 🔉  
☆Çatalpınar 🔉  

Τσατάλπιναρ (το) 🔉  
☆çatalsız 🔉  

χωρίς πιρούνι 🔉  
χωρίς διχάλα 🔉  
☆Çatalzeytin 🔉  

Τσατάλζεϊτίν (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱