Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
çayır
🔉
λιβάδι (το)
🔉
λειμώνας (ο)
🔉
cayır cayır
🔉
τσουρουφλιστά
🔉
με τριζοβόλημα
🔉
çayır kuşu
🔉
λιβαδόπουλο (το)
🔉
çayır mantarı
🔉
μανιτάρι του λιβαδιού (το)
🔉
çayır otu
🔉
χορτάρι του λιβαδιού (το)
🔉
çayır peyniri
🔉
τυρί λιβαδιού (το)
🔉
çayır tavuğu
🔉
πέρδικα (η)
🔉
çayır teresi
🔉
κάρδαμο του λιβαδιού (το)
🔉
çayır tirfili
🔉
τριφύλλι του λιβαδιού (το)
🔉
çayır yulafı
🔉
αγριοβρώμη (η)
🔉
Çayıralan
🔉
Τσαϊραλάν (το)
🔉
cayırdama
🔉
τριζοβόλημα (το)
🔉
cayırdamak
🔉
τριζοβολώ
🔉
cayırdatma
🔉
πρόκληση τριζοβολήματος (η)
🔉
cayırdatmak
🔉
κάνω να τριζοβολά
🔉
cayırdayış
🔉
τριζοβόλημα (το)
🔉
çayırgüzeli
🔉
μαργαρίτα του λιβαδιού (η)
🔉
çayırlama
🔉
μετατροπή σε λιβάδι (η)
🔉
çayırlamak
🔉
μετατρέπω σε λιβάδι
🔉
çayırlanma
🔉
δημιουργία λιβαδιού (η)
🔉
çayırlanmak
🔉
γίνεται λιβάδι
🔉
çayırlaşma
🔉
λιβαδοποίηση (η)
🔉
çayırlaşmak
🔉
λιβαδοποιούμαι
🔉
γίνεται λιβάδι
🔉
çayırlatma
🔉
μετατροπή σε λιβάδι (η)
🔉
çayırlatmak
🔉
μετατρέπω σε λιβάδι
🔉
çayırlı
🔉
λιβαδωτός
🔉
με λιβάδια
🔉
Çayırlı
🔉
Τσαϊρλί (το)
🔉
çayırlık
🔉
λιβάδι (το)
🔉
λειμώνας (ο)
🔉
çayırmelikesi
🔉
βασίλισσα του λιβαδιού (η)
🔉
Çayırova
🔉
Τσαϊρόβα (το)
🔉
çayırsedefi
🔉
ρούτα (η)
🔉
çayırsız
🔉
χωρίς λιβάδι
🔉
άλιβαδος
🔉
cayırtı
🔉
τριζοβόλημα (το)
🔉
κρότος (ο)
🔉
cayırtılı
🔉
τριζοβόλος
🔉
κροταλίζων
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱