Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
çerçeve 🔉  

πλαίσιο (το) 🔉  
κορνίζα (η) 🔉  
çerçeve anlaşma 🔉  

συμφωνία-πλαίσιο (η) 🔉  
çerçeveci 🔉  

κορνιζάς (ο) 🔉  
πλαισιωτής (ο) 🔉  
çerçevecilik 🔉  

κορνιζάδικο (το) 🔉  
τέχνη κορνιζά (η) 🔉  
çerçeveleme 🔉  

πλαισίωση (η) 🔉  
κορνίζωμα (το) 🔉  
çerçevelemek 🔉  

πλαισιώνω 🔉  
κορνιζώνω 🔉  
çerçevelenme 🔉  

πλαισίωση (η) 🔉  
κορνίζωμα (το) 🔉  
çerçevelenmek 🔉  

πλαισιώνομαι 🔉  
κορνιζώνομαι 🔉  
çerçeveletebilme 🔉  

δυνατότητα να βάλει να πλαισιώσουν (η) 🔉  
çerçeveletebilmek 🔉  

δύναμαι να βάλω να πλαισιώσουν 🔉  
δύναμαι να βάλω να κορνιζώσουν 🔉  
çerçeveletilme 🔉  

ανάθεση πλαισίωσης (η) 🔉  
ανάθεση κορνιζώματος (η) 🔉  
çerçeveletilmek 🔉  

ανατίθεται να πλαισιωθεί 🔉  
ανατίθεται να κορνιζωθεί 🔉  
çerçeveletme 🔉  

ανάθεση πλαισίωσης (η) 🔉  
ανάθεση κορνιζώματος (η) 🔉  
çerçeveletmek 🔉  

βάζω να πλαισιώσουν 🔉  
βάζω να κορνιζώσουν 🔉  
çerçevelettirme 🔉  

επανειλημμένη ανάθεση πλαισίωσης (η) 🔉  
çerçevelettirmek 🔉  

βάζω να πλαισιώσουν (σε άλλον) 🔉  
βάζω να κορνιζώσουν (σε άλλον) 🔉  
çerçeveleyebilme 🔉  

δυνατότητα πλαισίωσης (η) 🔉  
δυνατότητα κορνιζώματος (η) 🔉  
çerçeveleyebilmek 🔉  

δύναμαι να πλαισιώσω 🔉  
δύναμαι να κορνιζώσω 🔉  
çerçeveli 🔉  

με πλαίσιο 🔉  
πλαισιωμένος 🔉  
çerçevesiz 🔉  

χωρίς πλαίσιο 🔉  
άπλαισιος 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱