Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
çiğ
🔉
ωμός
🔉
άψητος
🔉
çiğ börek
🔉
τσι μπερέκ (το)
🔉
τηγανητή πίτα με κιμά (η)
🔉
çiğ çiğ
🔉
ωμός ωμός
🔉
άψητος άψητος
🔉
çiğ iplik
🔉
ακατέργαστο νήμα (το)
🔉
çiğ köfte
🔉
τσι κιοφτέ (ο)
🔉
ωμός κεφτές (ο)
🔉
çiğ köfteci
🔉
πωλητής τσι κιοφτέ (ο)
🔉
çiğ köftecilik
🔉
πώληση τσι κιοφτέ (η)
🔉
çiğ renkçi
🔉
ωμοχρωματιστής (ο)
🔉
çiğ renkçilik
🔉
ωμοχρωματισμός (ο)
🔉
çiğ toprak
🔉
ωμή γη (η)
🔉
ακατέργαστο χώμα (το)
🔉
Çigan
🔉
Τσιγκάν (ο)
🔉
Çigan müziği
🔉
τσιγγάνικη μουσική (η)
🔉
çiğde
🔉
αγριοελιά (η)
🔉
çiğdem
🔉
κρόκος (ο)
🔉
ciğer
🔉
συκώτι (το)
🔉
πνευμόνι (ο)
🔉
ciğer acısı
🔉
σπαραγμός (ο)
🔉
πόνος ψυχής (ο)
🔉
ciğer kebapçısı
🔉
ψήστης συκωτιού (ο)
🔉
κεμπαπτζής συκωτιού (ο)
🔉
ciğer otları
🔉
πνευμονόχορτα (τα)
🔉
ciğer otu
🔉
πνευμονόχορτο (το)
🔉
ciğer sarma
🔉
ντολμάς συκωτιού (ο)
🔉
ciğer sotesi
🔉
σοτέ συκωτιού (το)
🔉
ciğer taptapası
🔉
ταπταπάς συκωτιού (ο)
🔉
ciğer yarası
🔉
έλκος ήπατος (το)
🔉
ciğerci
🔉
συκωτατζής (ο)
🔉
ciğercilik
🔉
επάγγελμα συκωτατζή (το)
🔉
ciğerdeldi
🔉
πνευμονόχορτο (το)
🔉
ciğerpare
🔉
σπλάχνο (το)
🔉
πολυαγαπημένο παιδί (το)
🔉
Çiğil
🔉
Τσιγίλ (ο)
🔉
çiğin
🔉
ώμος (ο)
🔉
çiğindirik
🔉
άγουρος
🔉
άψητος
🔉
ωμός
🔉
çiğit
🔉
βαμβακόσπορος (ο)
🔉
çiğitli
🔉
με βαμβακόσπορο
🔉
çiğleşme
🔉
ωμοποίηση (η)
🔉
αγρίεμα (το)
🔉
çiğleşmek
🔉
γίνομαι ωμός
🔉
αγριεύω
🔉
Çiğli
🔉
Τσιγλί (το)
🔉
çiğlik
🔉
ωμότητα (η)
🔉
çiğnek
🔉
μασούλημα (το)
🔉
çiğnem
🔉
μάσημα (το)
🔉
çiğneme
🔉
μάσημα (το)
🔉
çiğnemek
🔉
μασώ
🔉
çiğnemik
🔉
μασώμενος
🔉
για μάσημα
🔉
çiğnemlik
🔉
μασώμενο (το)
🔉
τσίχλα (η)
🔉
çiğnenebilme
🔉
δυνατότητα να μασηθεί (η)
🔉
çiğnenebilmek
🔉
μπορώ να μασηθώ
🔉
μπορώ να μασηθεί
🔉
çiğneniş
🔉
μάσημα (το)
🔉
çiğnenme
🔉
μάσημα (το)
🔉
çiğnenmek
🔉
μασιέμαι
🔉
çiğnetebilme
🔉
δυνατότητα να βάλει να μασήσουν (η)
🔉
çiğnetebilmek
🔉
μπορώ να βάλω να μασήσουν
🔉
çiğnetilme
🔉
ανάθεση μασήματος (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱