Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
çift
🔉
ζεύγος (το)
🔉
ζευγάρι (το)
🔉
διπλός
🔉
çift atış
🔉
διπλή βολή (η)
🔉
çift ayaklılar
🔉
δίποδα (τα)
🔉
çift camlı
🔉
διπλοτζάμωτος
🔉
με διπλό υαλοπίνακα
🔉
çift cinsellik
🔉
αμφιφυλοφιλία (η)
🔉
διφυλία (η)
🔉
çift çubuk
🔉
διπλή ράβδος (η)
🔉
çift dalma
🔉
διπλή κατάδυση (η)
🔉
çift desimetre
🔉
διπλός δεσιμέτρης (ο)
🔉
çift dikiş
🔉
διπλή ραφή (η)
🔉
çift direkli
🔉
δικάταρτος
🔉
çift dirsek
🔉
διπλός αγκώνας (ο)
🔉
çift dişliler
🔉
διπλά γρανάζια (τα)
🔉
çift kâğıtlı
🔉
διπλόχαρτος
🔉
çift kanatlılar
🔉
δίπτερα (τα)
🔉
çift kapı
🔉
διπλή πόρτα (η)
🔉
çift kişilik
🔉
διπλός
🔉
για δύο άτομα
🔉
çift kol
🔉
διπλός βραχίονας (ο)
🔉
çift küme
🔉
διπλό σύνολο (το)
🔉
çift motorlu
🔉
δικινητήριος
🔉
çift parmaklılar
🔉
αρτιοδάκτυλα (τα)
🔉
çift pencere
🔉
διπλό παράθυρο (το)
🔉
çift sayı
🔉
άρτιος αριθμός (ο)
🔉
çift tabanca
🔉
διπλό πιστόλι (το)
🔉
ζεύγος πιστολιών (το)
🔉
çift tırnaklılar
🔉
αρτιοδάκτυλα (τα)
🔉
çift vuruş
🔉
διπλό χτύπημα (το)
🔉
çift yıldız
🔉
διπλός αστέρας (ο)
🔉
çift yumurta ikizi
🔉
διζυγωτικός δίδυμος (ο)
🔉
çift zamanı
🔉
διπλός χρόνος (ο)
🔉
çiftçi
🔉
γεωργός (ο)
🔉
αγρότης (ο)
🔉
çiftçilik
🔉
γεωργία (η)
🔉
αγροτική εκμετάλλευση (η)
🔉
çifte
🔉
διπλόκαννο (το)
🔉
διπλή κλωτσιά (η)
🔉
çifte bahis
🔉
διπλό στοίχημα (το)
🔉
çifte demir
🔉
διπλή άγκυρα (η)
🔉
çifte dikiş
🔉
διπλή ραφή (η)
🔉
çifte kavrulmuş
🔉
διπλοκαβουρδισμένος
🔉
çifte kavrulmuşluk
🔉
διπλοκαβούρδισμα (το)
🔉
çifte kıskaç
🔉
διπλή δαγκάνα (η)
🔉
çifte kumrular
🔉
ζευγάρι τρυγόνια (το)
🔉
çifte nağra
🔉
διπλό τύμπανο (το)
🔉
çifte şans
🔉
διπλή ευκαιρία (η)
🔉
çifte standart
🔉
διπλά μέτρα και σταθμά (τα)
🔉
çifte standartlı
🔉
με διπλά μέτρα και σταθμά
🔉
çifte standartlık
🔉
διπλά μέτρα και σταθμά (τα)
🔉
çifte standartsız
🔉
χωρίς διπλά μέτρα και σταθμά
🔉
çifte vatandaş
🔉
διπλός υπήκοος (ο)
🔉
çifte vatandaşlık
🔉
διπλή υπηκοότητα (η)
🔉
çiftehane
🔉
διπλοκάννα (τα)
🔉
çifteleme
🔉
διπλασιασμός (ο)
🔉
διπλοποίηση (η)
🔉
çiftelemek
🔉
διπλασιάζω
🔉
διπλοποιώ
🔉
çiftelenme
🔉
διπλασιασμός (ο)
🔉
διπλοποίηση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱