Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
çim
🔉
γρασίδι (το)
🔉
χλοοτάπητας (ο)
🔉
cim
🔉
χλοοτάπητας (ο)
🔉
γρασίδι (το)
🔉
çim çim
🔉
ψιλοκομμένο
🔉
πολύ λεπτά
🔉
çim kayağı
🔉
σκι σε γρασίδι (το)
🔉
cima
🔉
συνουσία (η)
🔉
cimbakuka
🔉
τσιμπακούκα (το)
🔉
çimbali
🔉
τσιμπάλι (το)
🔉
çimçek
🔉
χλοοτάπητας (ο)
🔉
γρασίδι (το)
🔉
cimcime
🔉
χαριτωμένο παιδί (το)
🔉
νάζι (το)
🔉
cimdallı
🔉
τσιμνταλλί (το)
🔉
çimdik
🔉
τσίμπημα (το)
🔉
çimdikleme
🔉
τσίμπημα (το)
🔉
τσιμπησιά (η)
🔉
çimdiklemek
🔉
τσιμπώ
🔉
çimdiklenme
🔉
τσίμπημα (το)
🔉
çimdiklenmek
🔉
τσιμπιέμαι
🔉
çimdirme
🔉
λούσιμο (το)
🔉
çimdirmek
🔉
λούζω
🔉
çimek
🔉
λούζομαι
🔉
κάνω μπάνιο
🔉
çimen
🔉
γρασίδι (το)
🔉
χλόη (η)
🔉
çimenli
🔉
χλοερός
🔉
με γρασίδι
🔉
çimenlik
🔉
λιβάδι (το)
🔉
χλοερός τόπος (ο)
🔉
çimensiz
🔉
χωρίς γρασίδι
🔉
άχλοος
🔉
çimento
🔉
τσιμέντο (το)
🔉
çimento boya
🔉
τσιμεντόχρωμα (το)
🔉
çimentocu
🔉
τσιμεντάς (ο)
🔉
εργάτης τσιμέντου (ο)
🔉
çimentoculuk
🔉
τσιμεντάδικο επάγγελμα (το)
🔉
εργασία τσιμέντου (η)
🔉
çimentolama
🔉
τσιμεντάρισμα (το)
🔉
çimentolamak
🔉
τσιμεντάρω
🔉
çimentolanma
🔉
τσιμεντάρισμα (το)
🔉
çimentolanmak
🔉
τσιμεντάρομαι
🔉
çimentolatma
🔉
τσιμεντάρισμα (το)
🔉
çimentolatmak
🔉
τσιμεντάρω
🔉
βάζω να τσιμεντάρουν
🔉
çimentolayabilme
🔉
δυνατότητα τσιμενταρίσματος (η)
🔉
çimentolayabilmek
🔉
μπορώ να τσιμεντάρω
🔉
çimentolu
🔉
τσιμεντένιος
🔉
με τσιμέντο
🔉
çimentosuz
🔉
χωρίς τσιμέντο
🔉
çimleme
🔉
σπορά χλοοτάπητα (η)
🔉
χλοοποίηση (η)
🔉
çimlemek
🔉
σπέρνω γρασίδι
🔉
χλοοποιώ
🔉
çimlendirebilme
🔉
δυνατότητα βλάστησης (η)
🔉
δυνατότητα χλοοποίησης (η)
🔉
çimlendirebilmek
🔉
μπορώ να βλαστήσω
🔉
μπορώ να χλοοποιήσω
🔉
çimlendirilebilme
🔉
δυνατότητα να βλαστηθεί (η)
🔉
δυνατότητα να χλοοποιηθεί (η)
🔉
çimlendirilebilmek
🔉
μπορεί να βλαστηθεί
🔉
μπορεί να χλοοποιηθεί
🔉
çimlendirilme
🔉
βλάστηση (η)
🔉
χλοοποίηση (η)
🔉
çimlendirilmek
🔉
βλαστάνομαι
🔉
χλοοποιούμαι
🔉
çimlendirme
🔉
βλάστηση (η)
🔉
χλοοποίηση (η)
🔉
çimlendirmek
🔉
βλασταίνω
🔉
χλοοποιώ
🔉
çimleniş
🔉
βλάστηση (η)
🔉
çimleniverme
🔉
ξαφνική βλάστηση (η)
🔉
çimlenivermek
🔉
βλασταίνω αμέσως
🔉
πετάω φύτρο αμέσως
🔉
çimlenme
🔉
βλάστηση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱