Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
çocuk
🔉
παιδί (το)
🔉
τέκνο (το)
🔉
çocuk bahçesi
🔉
παιδική χαρά (η)
🔉
çocuk bakıcılığı
🔉
παιδοφύλαξη (η)
🔉
βρεφονηπιοκομία (η)
🔉
çocuk bakıcısı
🔉
παιδοφύλακας (ο)
🔉
παιδοφύλακας (η)
🔉
νταντά (η)
🔉
çocuk başına
🔉
ανά παιδί
🔉
çocuk bezi
🔉
πάνα (η)
🔉
çocuk bilimci
🔉
παιδολόγος (ο)
🔉
παιδολόγος (η)
🔉
çocuk bilimi
🔉
παιδολογία (η)
🔉
çocuk bilimsel
🔉
παιδολογικός
🔉
çocuk dili
🔉
παιδική γλώσσα (η)
🔉
çocuk doktoru
🔉
παιδίατρος (ο)
🔉
παιδίατρος (η)
🔉
çocuk edebiyatı
🔉
παιδική λογοτεχνία (η)
🔉
çocuk felci
🔉
πολιομυελίτιδα (η)
🔉
çocuk işi
🔉
παιδική δουλειά (η)
🔉
παιδικό παιχνίδι (το)
🔉
çocuk lafı
🔉
παιδική κουβέντα (η)
🔉
παιδιαρίστικος λόγος (ο)
🔉
çocuk oyuncağı
🔉
παιδικό παιχνίδι (το)
🔉
παιχνιδάκι (το)
🔉
çocuk oyunu
🔉
παιδικό παιχνίδι (το)
🔉
çocuk ruhlu
🔉
παιδική ψυχή
🔉
çocuk ruhluluk
🔉
παιδική ψυχή (η)
🔉
παιδικότητα (η)
🔉
çocuk yazını
🔉
παιδική λογοτεχνία (η)
🔉
çocuk yuvası
🔉
παιδικός σταθμός (ο)
🔉
βρεφονηπιακός σταθμός (ο)
🔉
çocukça
🔉
παιδικά
🔉
παιδαριώδης
🔉
çocukcağız
🔉
καημένο παιδάκι (το)
🔉
çocukçu
🔉
παιδοκεντρικός
🔉
παιδοφιλικός
🔉
çocuklama
🔉
παιδιαρίσμα (το)
🔉
çocuklamak
🔉
παιδιαρίζω
🔉
çocuklaşabilme
🔉
δυνατότητα παιδιαρίσματος (η)
🔉
çocuklaşabilmek
🔉
μπορώ να παιδιαρίσω
🔉
çocuklaşma
🔉
παιδιαρίσμα (το)
🔉
çocuklaşmak
🔉
παιδιαρίζω
🔉
γίνομαι παιδί
🔉
çocuklaştırma
🔉
εκπαιδισμός (ο)
🔉
çocuklaştırmak
🔉
εκπαιδίζω
🔉
çocuklu
🔉
με παιδιά
🔉
çocukluk
🔉
παιδική ηλικία (η)
🔉
παιδικότητα (η)
🔉
çocukluluk
🔉
παιδικότητα (η)
🔉
çocuksu
🔉
παιδικός
🔉
παιδαριώδης
🔉
çocuksulaşma
🔉
εκπαιδισμός (ο)
🔉
çocuksulaşmak
🔉
εκπαιδίζομαι
🔉
γίνομαι παιδικός
🔉
çocuksuluk
🔉
παιδικότητα (η)
🔉
παιδαριωδία (η)
🔉
çocuksuz
🔉
άτεκνος
🔉
çocuksuzluk
🔉
ατεκνία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱