Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
ölçü
🔉
μέτρο (το)
🔉
μέτρηση (η)
🔉
κλίμακα (η)
🔉
☆
ölçü bilimci
🔉
μετρολόγος (ο)
🔉
☆
ölçü bilimi
🔉
μετρολογία (η)
🔉
☆
ölçülebilme
🔉
δυνατότητα μέτρησης (η)
🔉
☆
ölçülebilmek
🔉
μπορώ να μετρηθώ
🔉
δύναμαι να μετρηθεί
🔉
☆
ölçülen
🔉
μετρούμενος
🔉
☆
ölçülendirme
🔉
βαθμονόμηση (η)
🔉
κλιμάκωση (η)
🔉
☆
ölçülendirmek
🔉
βαθμονομώ
🔉
κλιμακώνω
🔉
☆
ölçülme
🔉
μέτρηση (η)
🔉
☆
ölçülmek
🔉
μετριέμαι
🔉
☆
ölçülü
🔉
μετρημένος
🔉
συγκρατημένος
🔉
☆
ölçülü biçili
🔉
μετρημένος και σταθμισμένος
🔉
☆
ölçülük
🔉
μέτρο (το)
🔉
☆
ölçülüleme
🔉
βαθμονόμηση (η)
🔉
☆
ölçülülemek
🔉
βαθμονομώ
🔉
☆
ölçülülük
🔉
μετριοπάθεια (η)
🔉
συγκράτηση (η)
🔉
☆
olçum
🔉
μέτρηση (η)
🔉
☆
ölçüm
🔉
μέτρηση (η)
🔉
☆
ölçümleme
🔉
μετρητική ανάλυση (η)
🔉
αποτίμηση (η)
🔉
☆
ölçümlemek
🔉
μετρώ
🔉
αποτιμώ
🔉
☆
ölçümleyebilme
🔉
δυνατότητα αποτίμησης (η)
🔉
☆
ölçümleyebilmek
🔉
μπορώ να αποτιμήσω
🔉
δύναμαι να μετρήσω
🔉
☆
ölçümlü
🔉
μετρημένος
🔉
με μέτρηση
🔉
☆
ölçün
🔉
πρότυπο (το)
🔉
κανόνας (ο)
🔉
☆
ölçünlü
🔉
πρότυπος
🔉
κανονιστικός
🔉
☆
ölçünlü dil
🔉
πρότυπη γλώσσα (η)
🔉
κοινή γλώσσα (η)
🔉
☆
ölçünme
🔉
τυποποίηση (η)
🔉
κανονικοποίηση (η)
🔉
☆
ölçünmek
🔉
τυποποιούμαι
🔉
κανονικοποιούμαι
🔉
☆
ölçüş
🔉
μέτρηση (η)
🔉
☆
ölçüşebilme
🔉
δυνατότητα αμοιβαίας μέτρησης (η)
🔉
☆
ölçüşebilmek
🔉
μπορώ να μετρηθώ αμοιβαία
🔉
☆
ölçüşme
🔉
αμοιβαία μέτρηση (η)
🔉
☆
ölçüşmek
🔉
μετριέμαι αμοιβαία
🔉
συγκρίνομαι
🔉
☆
ölçüştürme
🔉
σύγκριση με μέτρο (η)
🔉
☆
ölçüştürmek
🔉
συγκρίνω με μέτρο
🔉
αντιπαραβάλλω
🔉
☆
ölçüsüz
🔉
αμέτρητος
🔉
υπερβολικός
🔉
ασύμμετρος
🔉
☆
ölçüsüzce
🔉
αμέτρητα
🔉
υπερβολικά
🔉
☆
ölçüsüzlük
🔉
υπερβολή (η)
🔉
αμετρία (η)
🔉
☆
ölçüt
🔉
κριτήριο (το)
🔉
μέτρο (το)
🔉
☆
ölçütlü
🔉
με κριτήριο
🔉
κριτηριακός
🔉
☆
ölçütsüz
🔉
χωρίς κριτήριο
🔉
☆
ölçütsüzlük
🔉
έλλειψη κριτηρίων (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱