Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
ölü
🔉
νεκρός (ο)
🔉
άψυχος
🔉
νεκρικός
🔉
ölü açı
🔉
νεκρή γωνία (η)
🔉
ölü açımı
🔉
νεκρή γωνία (η)
🔉
ölü dalga
🔉
στάσιμο κύμα (το)
🔉
ölü deniz
🔉
Νεκρά Θάλασσα (η)
🔉
άπνοια (η)
🔉
νηνεμία (η)
🔉
ölü dil
🔉
νεκρή γλώσσα (η)
🔉
ölü doğum
🔉
θνησιγένεια (η)
🔉
νεκροτοκία (η)
🔉
ölü doku
🔉
νεκρός ιστός (ο)
🔉
ölü fiyatına
🔉
σε τιμή ευκαιρίας
🔉
κοψοχρονιά
🔉
ölü helvası
🔉
χαλβάς του νεκρού (ο)
🔉
ölü mevsim
🔉
νεκρή περίοδος (η)
🔉
νεκρή σεζόν (η)
🔉
ölü nokta
🔉
νεκρό σημείο (το)
🔉
ölü örtü
🔉
νεκρικό σάβανο (το)
🔉
σάβανο (το)
🔉
ölü renk
🔉
θαμπό χρώμα (το)
🔉
άτονο χρώμα (το)
🔉
ölü saat
🔉
νεκρή ώρα (η)
🔉
ölü salı
🔉
Νεκρή Τρίτη (η)
🔉
ölü sessizliği
🔉
σιωπή θανάτου (η)
🔉
ölü sevici
🔉
νεκρόφιλος (ο)
🔉
ölü sevicilik
🔉
νεκροφιλία (η)
🔉
ölü sezon
🔉
νεκρή σεζόν (η)
🔉
ölü soyucu
🔉
τυμβωρύχος (ο)
🔉
νεκροκλέφτης (ο)
🔉
ölü soyuculuğu
🔉
τυμβωρυχία (η)
🔉
νεκροκλοπή (η)
🔉
ölü top
🔉
νεκρή μπάλα (η)
🔉
ölü yatırım
🔉
αδρανής επένδυση (η)
🔉
νεκρό κεφάλαιο (το)
🔉
ölü yemeği
🔉
γεύμα για τον νεκρό (το)
🔉
νεκρόδειπνο (το)
🔉
ölü yıkama
🔉
πλύσιμο νεκρού (το)
🔉
ölü yıkayıcı
🔉
πλύντης νεκρών (ο)
🔉
ölü yıkayıcılığı
🔉
πλύσιμο νεκρών (το)
🔉
επάγγελμα πλύντη νεκρών (το)
🔉
ölü zaman
🔉
νεκρός χρόνος (ο)
🔉
ölüdoğa
🔉
νεκρή φύση (η)
🔉
ölüevi
🔉
νεκροτομείο (το)
🔉
νεκροθάλαμος (ο)
🔉
ölük
🔉
πτώμα (το)
🔉
νεκρός (ο)
🔉
oluk
🔉
υδρορροή (η)
🔉
αυλάκι (το)
🔉
oluk oluk
🔉
αυλάκι-αυλάκι
🔉
σε ρυάκια
🔉
olukçuk
🔉
αυλάκωση (η)
🔉
oluklaşma
🔉
αυλάκωση (η)
🔉
oluklaşmak
🔉
αυλακώνομαι
🔉
oluklu
🔉
αυλακωτός
🔉
ölülük
🔉
νεκρότητα (η)
🔉
ακινησία (η)
🔉
ölüm
🔉
θάνατος (ο)
🔉
ölüm cezası
🔉
θανατική ποινή (η)
🔉
ölüm dirim
🔉
ζωή και θάνατος (ο/η)
🔉
ζήτημα ζωής ή θανάτου (το)
🔉
ölüm döşeği
🔉
νεκροκρέβατο (το)
🔉
κλίνη θανάτου (η)
🔉
ölüm emri
🔉
διαταγή θανάτου (η)
🔉
ölüm fermanı
🔉
θανατική καταδίκη (η)
🔉
θανατική απόφαση (η)
🔉
ölüm kâğıdı
🔉
ληξιαρχική πράξη θανάτου (η)
🔉
πιστοποιητικό θανάτου (το)
🔉
ölüm kalım meselesi
🔉
ζήτημα ζωής ή θανάτου (το)
🔉
ölüm korkusu
🔉
φόβος θανάτου (ο)
🔉
ölüm oranı
🔉
ποσοστό θνησιμότητας (το)
🔉
δείκτης θνησιμότητας (ο)
🔉
ölüm orucu
🔉
απεργία πείνας μέχρι θανάτου (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱