Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
örgü
🔉
πλέξιμο (το)
🔉
πλεκτό (το)
🔉
πλέξη (η)
🔉
örgücü
🔉
πλέκτης (ο)
🔉
πλέκτρια (η)
🔉
örgücülük
🔉
πλεκτική (η)
🔉
επάγγελμα πλέκτη (το)
🔉
örgüleme
🔉
πλέξιμο (το)
🔉
ύφανση (η)
🔉
örgülemek
🔉
πλέκω
🔉
υφαίνω
🔉
örgülü
🔉
πλεκτός
🔉
πλεγμένος
🔉
örgülü pilav
🔉
πιλάφι πλεξούδα (το)
🔉
πλεχτό πιλάφι (το)
🔉
örgün
🔉
τυπικός
🔉
θεσμοθετημένος
🔉
örgün eğitim
🔉
τυπική εκπαίδευση (η)
🔉
örgüsüz
🔉
άπλεκτος
🔉
χωρίς πλέξη
🔉
ασύνδετος
🔉
örgüt
🔉
οργάνωση (η)
🔉
örgüt kültürü
🔉
οργανωσιακή κουλτούρα (η)
🔉
örgütçü
🔉
οργανωτής (ο)
🔉
οργανωτικός
🔉
örgütçülük
🔉
οργανωτισμός (ο)
🔉
οργανωτική δράση (η)
🔉
örgütleme
🔉
οργάνωση (η)
🔉
örgütlemek
🔉
οργανώνω
🔉
örgütlendirilme
🔉
οργανωτική αναδιάρθρωση (η)
🔉
οργάνωση (η)
🔉
örgütlendirilmek
🔉
οργανώνομαι
🔉
αναδιοργανώνομαι
🔉
örgütlendirme
🔉
οργανωτική αναδιάρθρωση (η)
🔉
οργάνωση (η)
🔉
örgütlendirmek
🔉
οργανώνω
🔉
αναδιοργανώνω
🔉
örgütlenebilme
🔉
δυνατότητα οργάνωσης (η)
🔉
δυνατότητα να οργανωθεί (η)
🔉
örgütlenebilmek
🔉
δύναμαι να οργανωθώ
🔉
δύναμαι να οργανωθεί
🔉
örgütleniş
🔉
οργάνωση (η)
🔉
συγκρότηση (η)
🔉
örgütlenme
🔉
οργάνωση (η)
🔉
συγκρότηση (η)
🔉
örgütlenmek
🔉
οργανώνομαι
🔉
συγκροτούμαι
🔉
örgütleşme
🔉
μετατροπή σε οργάνωση (η)
🔉
οργανωτικοποίηση (η)
🔉
örgütleşmek
🔉
μετατρέπομαι σε οργάνωση
🔉
οργανωτικοποιούμαι
🔉
örgütleyiş
🔉
οργάνωση (η)
🔉
τρόπος οργάνωσης (ο)
🔉
örgütlü
🔉
οργανωμένος
🔉
οργανωτική
🔉
örgütsel
🔉
οργανωτικός
🔉
örgütsüz
🔉
ανοργάνωτος
🔉
örgütsüzlük
🔉
ανοργανωσιά (η)
🔉
έλλειψη οργάνωσης (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱