Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
özel 🔉  

ειδικός 🔉  
ιδιωτικός 🔉  
ιδιαίτερος 🔉  
özel ad 🔉  

κύριο όνομα (το) 🔉  
özel af 🔉  

ειδική αμνηστία (η) 🔉  
özel dikiş 🔉  

ειδική ραφή (η) 🔉  
özel dil 🔉  

ειδική γλώσσα (η) 🔉  
özel girişim 🔉  

ιδιωτική πρωτοβουλία (η) 🔉  
özel girişimci 🔉  

ιδιώτης επιχειρηματίας (ο) 🔉  
özel girişimcilik 🔉  

ιδιωτική επιχειρηματικότητα (η) 🔉  
özel hayat 🔉  

ιδιωτική ζωή (η) 🔉  
özel isim 🔉  

κύριο όνομα (το) 🔉  
özel kalem 🔉  

ιδιαίτερο γραφείο (το) 🔉  
özel kesim 🔉  

ιδιωτικός τομέας (ο) 🔉  
özel mülkiyet 🔉  

ιδιωτική ιδιοκτησία (η) 🔉  
özel okul 🔉  

ιδιωτικό σχολείο (το) 🔉  
özel radyo 🔉  

ιδιωτικός ραδιοσταθμός (ο) 🔉  
özel sayı 🔉  

ειδικό τεύχος (το) 🔉  
özel sektör 🔉  

ιδιωτικός τομέας (ο) 🔉  
özel televizyon 🔉  

ιδιωτική τηλεόραση (η) 🔉  
ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός (ο) 🔉  
özel teşebbüs 🔉  

ιδιωτική επιχείρηση (η) 🔉  
ιδιωτική πρωτοβουλία (η) 🔉  
özel tiyatro 🔉  

ιδιωτικό θέατρο (το) 🔉  
özel ulak 🔉  

ειδικός αγγελιοφόρος (ο) 🔉  
özel yaşam 🔉  

ιδιωτική ζωή (η) 🔉  
özelge 🔉  

ειδικό έγγραφο (το) 🔉  
özelik 🔉  

ιδιαιτερότητα (η) 🔉  
ειδικότητα (η) 🔉  
özelleşme 🔉  

ιδιωτικοποίηση (η) 🔉  
özelleşmek 🔉  

ιδιωτικοποιούμαι 🔉  
özelleştirebilme 🔉  

δυνατότητα ιδιωτικοποίησης (η) 🔉  
özelleştirebilmek 🔉  

δύναμαι να ιδιωτικοποιώ 🔉  
özelleştirilme 🔉  

ιδιωτικοποίηση (η) 🔉  
özelleştirilmek 🔉  

ιδιωτικοποιούμαι 🔉  
özelleştirme 🔉  

ιδιωτικοποίηση (η) 🔉  
özelleştirmek 🔉  

ιδιωτικοποιώ 🔉  
özellik 🔉  

ιδιότητα (η) 🔉  
χαρακτηριστικό (το) 🔉  
özellikle 🔉  

ιδίως 🔉  
ιδιαίτερα 🔉  
özellikli 🔉  

με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά 🔉  
ειδικός 🔉  
özelliksiz 🔉  

χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά 🔉  
άχαρος 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱