Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆üre 🔉  

ουρία (η) 🔉  
☆ürem 🔉  

ουρία (η) 🔉  
☆üreme 🔉  

αναπαραγωγή (η) 🔉  
☆üreme organları 🔉  

αναπαραγωγικά όργανα (τα) 🔉  
☆üremek 🔉  

αναπαράγομαι 🔉  
πολλαπλασιάζομαι 🔉  
☆üremi 🔉  

ουραιμία (η) 🔉  
☆üremik 🔉  

ουραιμικός 🔉  
☆üremsel 🔉  

ουραιμικός 🔉  
☆üretebilme 🔉  

δυνατότητα παραγωγής (η) 🔉  
☆üretebilmek 🔉  

μπορώ να παράγω 🔉  
☆üreteç 🔉  

γεννήτρια (η) 🔉  
☆üretici 🔉  

παραγωγός (ο) 🔉  
παραγωγικός 🔉  
☆üretici alan 🔉  

παραγωγικός τομέας (ο) 🔉  
☆üretici olmayan alan 🔉  

μη παραγωγικός τομέας (ο) 🔉  
☆üreticilik 🔉  

παραγωγικότητα (η) 🔉  
παραγωγή (η) 🔉  
☆üretilebilme 🔉  

δυνατότητα παραγωγής (η) 🔉  
☆üretilebilmek 🔉  

μπορώ να παραχθώ 🔉  
μπορώ να παραχθεί 🔉  
☆üretiliş 🔉  

παραγωγή (η) 🔉  
τρόπος παραγωγής (ο) 🔉  
☆üretilme 🔉  

παραγωγή (η) 🔉  
☆üretilmek 🔉  

παράγομαι 🔉  
☆üretim 🔉  

παραγωγή (η) 🔉  
☆üretim araçları 🔉  

μέσα παραγωγής (τα) 🔉  
☆üretim artığı 🔉  

πλεόνασμα παραγωγής (το) 🔉  
☆üretim bandı 🔉  

γραμμή παραγωγής (η) 🔉  
☆üretim biçimi 🔉  

τρόπος παραγωγής (ο) 🔉  
☆üretim güçleri 🔉  

παραγωγικές δυνάμεις (οι) 🔉  
☆üretim ilişkileri 🔉  

σχέσεις παραγωγής (οι) 🔉  
☆üretim kooperatifi 🔉  

παραγωγικός συνεταιρισμός (ο) 🔉  
☆üretimevi 🔉  

εργαστήριο παραγωγής (το) 🔉  
μονάδα παραγωγής (η) 🔉  
☆üretimlik 🔉  

παραγωγικός 🔉  
κατάλληλος για παραγωγή 🔉  
☆üretimsel 🔉  

παραγωγικός 🔉  
της παραγωγής 🔉  
☆üretiş 🔉  

παραγωγή (η) 🔉  
πράξη παραγωγής (η) 🔉  
☆üretken 🔉  

παραγωγικός 🔉  
γόνιμος 🔉  
☆üretkenlik 🔉  

παραγωγικότητα (η) 🔉  
γονιμότητα (η) 🔉  
☆üretme 🔉  

παραγωγή (η) 🔉  
☆üretmek 🔉  

παράγω 🔉  
☆üretra 🔉  

ουρήθρα (η) 🔉  
☆ürettirme 🔉  

ανάθεση παραγωγής (η) 🔉  
πρόκληση παραγωγής (η) 🔉  
☆ürettirmek 🔉  

βάζω να παραγάγει 🔉  
αναθέτω να παραχθεί 🔉  
☆üreyebilme 🔉  

δυνατότητα αναπαραγωγής (η) 🔉  
☆üreyebilmek 🔉  

μπορώ να αναπαραχθώ 🔉  
☆üreyiş 🔉  

αναπαραγωγή (η) 🔉  
πολλαπλασιασμός (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱