Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
üst 🔉  

πάνω 🔉  
άνω 🔉  
κορυφή (η) 🔉  
üst alize 🔉  

άνω αληγές (το) 🔉  
üst baş 🔉  

ρούχα (τα) 🔉  
ενδυμασία (η) 🔉  
üst bitken 🔉  

επίφυτο (το) 🔉  
üst çene 🔉  

άνω γνάθος (η) 🔉  
üst deri 🔉  

επιδερμίδα (η) 🔉  
üst deri altı 🔉  

υποδόριο (το) 🔉  
üst diş 🔉  

άνω δόντι (το) 🔉  
üst dudak 🔉  

άνω χείλος (το) 🔉  
üst geçiş 🔉  

ανισόπεδη διάβαση (η) 🔉  
üst geçit 🔉  

πεζογέφυρα (η) 🔉  
ανισόπεδη διάβαση (η) 🔉  
üst güverte 🔉  

άνω κατάστρωμα (το) 🔉  
üst insan 🔉  

υπεράνθρωπος (ο) 🔉  
üst kat 🔉  

επάνω όροφος (ο) 🔉  
üst katman 🔉  

ανώτερο στρώμα (το) 🔉  
üst küme 🔉  

υπερσύνολο (το) 🔉  
üst kurul 🔉  

ανώτατο συμβούλιο (το) 🔉  
üst perdeden 🔉  

αφ’ υψηλού 🔉  
üst sınıf 🔉  

ανώτερη τάξη (η) 🔉  
üst tabaka 🔉  

ανώτερο στρώμα (το) 🔉  
üst tarafı 🔉  

επάνω πλευρά (η) 🔉  
üst üste 🔉  

το ένα πάνω στο άλλο 🔉  
διαδοχικά 🔉  
usta 🔉  

μάστορας (ο) 🔉  
τεχνίτης (ο) 🔉  
δεξιοτέχνης (ο) 🔉  
usta işi 🔉  

μαστορική δουλειά (η) 🔉  
έργο (το) δεξιοτεχνίας 🔉  
ustabaşı 🔉  

αρχιτεχνίτης (ο) 🔉  
πρωτομάστορας (ο) 🔉  
ustaca 🔉  

μαστορικά 🔉  
επιδέξια 🔉  
δεξιοτεχνικά 🔉  
ustacasına 🔉  

μαστορικά 🔉  
επιδέξια 🔉  
δεξιοτεχνικά 🔉  
üstadane 🔉  

μαστορικά 🔉  
με δεξιοτεχνία 🔉  
ustalaşma 🔉  

τελειοποίηση (η) 🔉  
απόκτηση δεξιοτεχνίας (η) 🔉  
ustalaşmak 🔉  

τελειοποιούμαι 🔉  
γίνομαι δεξιοτέχνης 🔉  
ustalık 🔉  

μαστοριά (η) 🔉  
δεξιοτεχνία (η) 🔉  
τεχνική (η) 🔉  
ustalıkla 🔉  

με μαστοριά 🔉  
με δεξιοτεχνία 🔉  
ustalıklı 🔉  

μαστορικός 🔉  
επιδέξιος 🔉  
δεξιοτεχνικός 🔉  
üstat 🔉  

δάσκαλος (ο) 🔉  
μετρ (ο) 🔉  
üstatça 🔉  

μαστορικά 🔉  
σαν μετρ 🔉  
üstatlık 🔉  

μαστοριά (η) 🔉  
δεξιοτεχνία (η) 🔉  
üstçavuş 🔉  

αρχιλοχίας (ο) 🔉  
üstçavuşluk 🔉  

βαθμός αρχιλοχία (ο) 🔉  
üste 🔉  

διαδοχικά 🔉  
το ένα πάνω στο άλλο 🔉  
üsteğmen 🔉  

ανθυπολοχαγός (ο) 🔉  
üsteğmenlik 🔉  

βαθμός ανθυπολοχαγού (ο) 🔉  
üstel 🔉  

εκθετικός 🔉  
üsteleme 🔉  

ύψωση σε δύναμη (η) 🔉  
üstelemek 🔉  

υψώνω σε δύναμη 🔉  
üsteleniş 🔉  

ύψωση σε δύναμη (η) 🔉  
üstelenme 🔉  

ύψωση σε δύναμη (η) 🔉  
üstelenmek 🔉  

υψώνομαι σε δύναμη 🔉  
üsteleyiş 🔉  

ύψωση σε δύναμη (η) 🔉  
τρόπος ύψωσης (ο) 🔉  
üstelik 🔉  

επιπλέον 🔉  
μάλιστα 🔉  
üstenci 🔉  

υπεροπτικός 🔉  
ελιτίστικος 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱