Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
ışık
🔉
φως (το)
🔉
φωτισμός (ο)
🔉
ışık akısı
🔉
φωτεινή ροή (η)
🔉
ışık aylası
🔉
φωτοστέφανο (το)
🔉
άλως (η)
🔉
ışık aynası
🔉
ανακλαστήρας (ο)
🔉
ışık bacası
🔉
φεγγίτης (ο)
🔉
ışık çanağı
🔉
φωτιστικό καπέλο (το)
🔉
ανακλαστήρας (ο)
🔉
ışık değneği
🔉
ράβδος φωτός (η)
🔉
φωτεινή ράβδος (η)
🔉
ışık eğrisi
🔉
καμπύλη φωτός (η)
🔉
φωτομετρική καμπύλη (η)
🔉
ışık göçüm
🔉
φωτομετανάστευση (η)
🔉
ışık gölge
🔉
φωτοσκίαση (η)
🔉
φως και σκιά (το)
🔉
ışık hızı
🔉
ταχύτητα του φωτός (η)
🔉
ışık ışını
🔉
ακτίνα φωτός (η)
🔉
ışık kirliliği
🔉
φωτορύπανση (η)
🔉
ışık korkusu
🔉
φωτοφοβία (η)
🔉
ışık küre
🔉
φωτόσφαιρα (η)
🔉
ışık ölçümü
🔉
φωτομέτρηση (η)
🔉
ışık yılı
🔉
έτος φωτός (το)
🔉
ışık yuvarı
🔉
φωτόσφαιρα (η)
🔉
ışıkçı
🔉
φωτιστής (ο)
🔉
ışıkçılık
🔉
φωτιστική (η)
🔉
ışıkkesen
🔉
φωτοφράκτης (ο)
🔉
φωτοδιακόπτης (ο)
🔉
ışıklama
🔉
φωτισμός (ο)
🔉
φωτομέτρηση (η)
🔉
ışıklandırılma
🔉
φωτισμός (ο)
🔉
ışıklandırılmak
🔉
φωτίζομαι
🔉
ışıklandırma
🔉
φωτισμός (ο)
🔉
ışıklandırmak
🔉
φωτίζω
🔉
ışıklanma
🔉
φωτισμός (ο)
🔉
ışıklanmak
🔉
φωτίζομαι
🔉
λαμπρύνομαι
🔉
ışıklı
🔉
φωτεινός
🔉
φωτισμένος
🔉
ışıklılık
🔉
φωτεινότητα (η)
🔉
λαμπρότητα (η)
🔉
ışıkölçer
🔉
φωτόμετρο (το)
🔉
ışıksız
🔉
σκοτεινός
🔉
χωρίς φως
🔉
ışıksızlık
🔉
σκοτάδι (το)
🔉
έλλειψη φωτός (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱