Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
şöyle
🔉
έτσι
🔉
☆
şöyle bir
🔉
κάπως
🔉
περίπου
🔉
☆
şöyle böyle
🔉
έτσι κι έτσι
🔉
μέτρια
🔉
☆
şöylece
🔉
έτσι
🔉
κατ’ αυτόν τον τρόπο
🔉
☆
söylem
🔉
λόγος (ο)
🔉
δισкурс (το)
🔉
☆
söyleme
🔉
διατύπωση (η)
🔉
έκφραση (η)
🔉
☆
söylemek
🔉
λέω
🔉
εκφράζω
🔉
διατυπώνω
🔉
☆
söylemseme
🔉
ειρωνική μίμηση (η)
🔉
☆
söylemsemek
🔉
μιμούμαι ειρωνικά
🔉
☆
söylence
🔉
θρύλος (ο)
🔉
παράδοση (η)
🔉
☆
söylenebilme
🔉
δυνατότητα να ειπωθεί (η)
🔉
☆
söylenebilmek
🔉
μπορώ να ειπωθώ
🔉
☆
söylenilme
🔉
εκφορά (η)
🔉
διατύπωση (η)
🔉
☆
söylenilmek
🔉
λέγομαι
🔉
διατυπώνομαι
🔉
☆
söyleniş
🔉
εκφορά (η)
🔉
διατύπωση (η)
🔉
☆
söylenme
🔉
διατύπωση (η)
🔉
έκφραση (η)
🔉
☆
söylenmek
🔉
λέγομαι
🔉
παραπονιέμαι
🔉
γκρινιάζω
🔉
☆
söylenti
🔉
φήμη (η)
🔉
ψίθυρος (ο)
🔉
☆
söyleşi
🔉
συνέντευξη (η)
🔉
συζήτηση (η)
🔉
☆
söyleşici
🔉
συνομιλητής (ο)
🔉
συνεντευκτής (ο)
🔉
☆
şöylesine
🔉
έτσι απλώς
🔉
τόσο
🔉
☆
söyleşme
🔉
συνομιλία (η)
🔉
συζήτηση (η)
🔉
☆
söyleşmek
🔉
συνομιλώ
🔉
συζητώ
🔉
☆
söyletebilme
🔉
δυνατότητα να κάνει να ειπωθεί (η)
🔉
☆
söyletebilmek
🔉
μπορώ να κάνω να ειπωθεί
🔉
☆
söyletme
🔉
υπαγόρευση (η)
🔉
πρόκληση να ειπωθεί (η)
🔉
☆
söyletmek
🔉
βάζω να πουν
🔉
υπαγορεύω
🔉
☆
söylettirme
🔉
εξαναγκασμός σε εκφορά (ο)
🔉
☆
söylettirmek
🔉
βάζω να πουν
🔉
εξαναγκάζω να ειπωθεί
🔉
☆
söylev
🔉
λόγος (ο)
🔉
ομιλία (η)
🔉
☆
söylevci
🔉
ρήτορας (ο)
🔉
ομιλητής (ο)
🔉
☆
söylevcilik
🔉
ρητορεία (η)
🔉
☆
söyleyebilme
🔉
δυνατότητα να πει (η)
🔉
☆
söyleyebilmek
🔉
μπορώ να πω
🔉
☆
söyleyiş
🔉
τρόπος έκφρασης (ο)
🔉
διατύπωση (η)
🔉
☆
söyleyiverme
🔉
απότομη εκφορά (η)
🔉
☆
söyleyivermek
🔉
ξεστομίζω
🔉
λέω αμέσως
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱