Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆sıra 🔉  

σειρά (η) 🔉  
τάξη (η) 🔉  
θρανίο (το) 🔉  
☆şıra 🔉  

μούστος (ο) 🔉  
☆sıra dayağı 🔉  

ξυλοδαρμός κατά σειρά (ο) 🔉  
☆sıra dışı 🔉  

ασυνήθιστος 🔉  
έκτακτος 🔉  
☆sıra dışılık 🔉  

ασυνήθιστο (το) 🔉  
ιδιοτυπία (η) 🔉  
☆sıra gecesi 🔉  

βραδιά «sıra» (η) 🔉  
☆sıra işi 🔉  

εργασία κατά σειρά (η) 🔉  
☆sıra makinesi 🔉  

μηχανή έκδοσης αριθμών προτεραιότητας (η) 🔉  
☆sıra malı 🔉  

τυποποιημένο προϊόν (το) 🔉  
προϊόν μαζικής παραγωγής (το) 🔉  
☆sıra saygı 🔉  

σεβασμός προτεραιότητας (ο) 🔉  
☆sıra sayı sıfatı 🔉  

τακτικό αριθμητικό επίθετο (το) 🔉  
☆sıraca 🔉  

σκροφούλα (η) 🔉  
☆sıraca otu 🔉  

σκροφουλάρια (η) 🔉  
☆sıracagiller 🔉  

σκροφουλαριίδες (οι) 🔉  
☆sıracalı 🔉  

με σκροφούλα 🔉  
σκροφουλώδης 🔉  
☆şıracı 🔉  

μουστατζής (ο) 🔉  
☆sıracı 🔉  

πάσχων από σκροφούλα (ο/η) 🔉  
☆şıracılık 🔉  

παραγωγή μούστου (η) 🔉  
εμπορία μούστου (η) 🔉  
☆sıracılık 🔉  

σκροφούλα (η) 🔉  
☆sıradağ 🔉  

οροσειρά (η) 🔉  
☆sıradan 🔉  

συνηθισμένος 🔉  
κοινός 🔉  
τετριμμένος 🔉  
☆sıradanlaşma 🔉  

εκκοινοτοπία (η) 🔉  
εξομοίωση προς το συνηθισμένο (η) 🔉  
☆sıradanlaşmak 🔉  

εκκοινοτοπίζομαι 🔉  
γίνομαι συνηθισμένος 🔉  
☆sıradanlaştırma 🔉  

εκκοινοτοπισμός (ο) 🔉  
☆sıradanlaştırmak 🔉  

εκκοινοτοπίζω 🔉  
καθιστώ συνηθισμένο 🔉  
☆sıradanlık 🔉  

κοινοτοπία (η) 🔉  
μετριότητα (η) 🔉  
☆şırak 🔉  

μαθητευόμενος (ο) 🔉  
☆şırak şırak 🔉  

πλαταγιστά 🔉  
☆şırakkadak 🔉  

πλατάγισμα (το) 🔉  
☆sıralaç 🔉  

σύνδεσμος παράταξης (ο) 🔉  
☆sıralama 🔉  

παράταξη (η) 🔉  
ταξινόμηση (η) 🔉  
κατάταξη (η) 🔉  
☆sıralamak 🔉  

παρατάσσω 🔉  
ταξινομώ 🔉  
κατατάσσω 🔉  
☆sıralanabilme 🔉  

δυνατότητα παράταξης (η) 🔉  
δυνατότητα ταξινόμησης (η) 🔉  
☆sıralanabilmek 🔉  

μπορώ να παραταχθώ 🔉  
μπορώ να ταξινομηθώ 🔉  
☆sıralandırma 🔉  

παράταξη (η) 🔉  
ταξινόμηση (η) 🔉  
☆sıralandırmak 🔉  

παρατάσσω 🔉  
ταξινομώ 🔉  
☆sıralanış 🔉  

παράταξη (η) 🔉  
ταξινόμηση (η) 🔉  
☆sıralanma 🔉  

παράταξη (η) 🔉  
ταξινόμηση (η) 🔉  
☆sıralanmak 🔉  

παρατάσσομαι 🔉  
ταξινομούμαι 🔉  
☆sıralatma 🔉  

ανάθεση παράταξης/ταξινόμησης (η) 🔉  
☆sıralatmak 🔉  

βάζω να παρατάξουν/να ταξινομήσουν 🔉  
☆sıralayabilme 🔉  

δυνατότητα παράταξης (η) 🔉  
δυνατότητα ταξινόμησης (η) 🔉  
☆sıralayabilmek 🔉  

μπορώ να παρατάξω 🔉  
μπορώ να ταξινομήσω 🔉  
☆sıralayıcı harf 🔉  

γράμμα ταξινόμησης (το) 🔉  
☆sıralayış 🔉  

παράταξη (η) 🔉  
ταξινόμηση (η) 🔉  
☆sıralayıverme 🔉  

γρήγορη παράταξη (η) 🔉  
πρόχειρη ταξινόμηση (η) 🔉  
☆sıralayıvermek 🔉  

παρατάσσω αμέσως 🔉  
ταξινομώ στο άψε-σβήσε 🔉  
☆şıralı 🔉  

με μούστο 🔉  
☆sıralı 🔉  

διατεταγμένος 🔉  
σε σειρά 🔉  
☆sıralı cümle 🔉  

παρατακτική περίοδος (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱