Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
san
🔉
φήμη (η)
🔉
δόξα (η)
🔉
şan
🔉
δόξα (η)
🔉
φήμη (η)
🔉
sana
🔉
σε σένα
🔉
sanabilme
🔉
δυνατότητα να νομίζει κανείς (η)
🔉
sanabilmek
🔉
μπορώ να νομίζω
🔉
μπορώ να υποθέτω
🔉
sanadurma
🔉
προσποίηση (η)
🔉
υποκρισία (η)
🔉
sanadurmak
🔉
προσποιούμαι
🔉
υποκρίνομαι
🔉
sanal
🔉
εικονικός
🔉
ψηφιακός
🔉
sanal kart
🔉
εικονική κάρτα (η)
🔉
sanal reklam
🔉
διαδικτυακή διαφήμιση (η)
🔉
εικονική διαφήμιση (η)
🔉
sanal sayı
🔉
φανταστικός αριθμός (ο)
🔉
sanal sohbet
🔉
διαδικτυακή συνομιλία (η)
🔉
sanat
🔉
τέχνη (η)
🔉
sanat adamı
🔉
άνθρωπος των τεχνών (ο)
🔉
sanat danışmanı
🔉
σύμβουλος τέχνης (ο/η)
🔉
sanat danışmanlığı
🔉
συμβουλευτική τέχνης (η)
🔉
sanat dünyası
🔉
καλλιτεχνικός κόσμος (ο)
🔉
sanat enstitüsü
🔉
ινστιτούτο τέχνης (το)
🔉
sanat eri
🔉
τεχνίτης (ο)
🔉
καλλιτέχνης (ο/η)
🔉
sanat eseri
🔉
έργο τέχνης (το)
🔉
sanat filmi
🔉
καλλιτεχνική ταινία (η)
🔉
sanat okulu
🔉
σχολή τέχνης (η)
🔉
sanatçı
🔉
καλλιτέχνης (ο/η)
🔉
sanatçılık
🔉
καλλιτεχνία (η)
🔉
καλλιτεχνική ιδιότητα (η)
🔉
sanatevi
🔉
οίκος τέχνης (ο)
🔉
κέντρο τέχνης (το)
🔉
sanatkâr
🔉
τεχνίτης (ο)
🔉
δεξιοτέχνης (ο)
🔉
sanatkârane
🔉
τεχνιτοπρεπώς
🔉
με μαστοριά
🔉
sanatkârca
🔉
τεχνιτοπρεπώς
🔉
με μαστοριά
🔉
sanatkârlık
🔉
τεχνιτεία (η)
🔉
μαστοριά (η)
🔉
sanatlaşma
🔉
καλλιτεχνοποίηση (η)
🔉
sanatlaşmak
🔉
καλλιτεχνοποιούμαι
🔉
γίνεται τέχνη
🔉
sanatlı
🔉
καλλιτεχνικός
🔉
περίτεχνος
🔉
sanatoryum
🔉
σανατόριο (το)
🔉
sanatsal
🔉
καλλιτεχνικός
🔉
sanatsallık
🔉
καλλιτεχνικότητα (η)
🔉
sanatsever
🔉
φιλότεχνος
🔉
sanatseverlik
🔉
φιλοτεχνία (η)
🔉
sanatsız
🔉
άτεχνος
🔉
χωρίς τέχνη
🔉
sanatsızlık
🔉
ατεχνία (η)
🔉
sanayi
🔉
βιομηχανία (η)
🔉
sanayi bölgesi
🔉
βιομηχανική ζώνη (η)
🔉
sanayi kuruluşu
🔉
βιομηχανική επιχείρηση (η)
🔉
βιομηχανικός οργανισμός (ο)
🔉
sanayi odası
🔉
βιομηχανικό επιμελητήριο (το)
🔉
sanayi sitesi
🔉
βιοτεχνικό πάρκο (το)
🔉
βιομηχανική περιοχή (η)
🔉
sanayi ülkesi
🔉
βιομηχανική χώρα (η)
🔉
sanayi yatırımı
🔉
βιομηχανική επένδυση (η)
🔉
sanayici
🔉
βιομήχανος (ο/η)
🔉
sanayicilik
🔉
βιομηχανία (η)
🔉
βιομηχανική δραστηριότητα (η)
🔉
sanayiinefise
🔉
καλές τέχνες (οι)
🔉
sanayileşebilme
🔉
δυνατότητα εκβιομηχάνισης (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱