Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆şans 🔉  

τύχη (η) 🔉  
ευκαιρία (η) 🔉  
☆şans oyunu 🔉  

τυχερό παιχνίδι (το) 🔉  
παιχνίδι τύχης (το) 🔉  
☆sansar 🔉  

κουνάβι (το) 🔉  
☆sansargiller 🔉  

μουστελίδες (οι) 🔉  
☆sansasyon 🔉  

αίσθηση (η) 🔉  
σκάνδαλο (το) 🔉  
☆sansasyonel 🔉  

εντυπωσιακός 🔉  
σκανδαλώδης 🔉  
☆sansasyonellik 🔉  

εντυπωσιακότητα (η) 🔉  
σκανδαλωδότητα (η) 🔉  
☆şansız 🔉  

άτυχος 🔉  
☆sansız 🔉  

χωρίς φήμη 🔉  
άδοξος 🔉  
☆Sanskrit 🔉  

σανσκριτικά (τα) 🔉  
☆Sanskritçe 🔉  

σανσκριτικά (τα) 🔉  
☆şanslı 🔉  

τυχερός 🔉  
☆şanslılık 🔉  

τύχη (η) 🔉  
ευτυχία (η) 🔉  
☆şansölye 🔉  

καγκελάριος (ο) 🔉  
☆şansölyelik 🔉  

καγκελαρία (η) 🔉  
αξίωμα καγκελαρίου (το) 🔉  
☆şanson 🔉  

σανσόν (το) 🔉  
☆şansonet 🔉  

σανσονέτα (η) 🔉  
☆şanssız 🔉  

άτυχος 🔉  
☆şanssızlık 🔉  

ατυχία (η) 🔉  
☆sansüalizm 🔉  

αισθησιαλισμός (ο) 🔉  
☆sansür 🔉  

λογοκρισία (η) 🔉  
☆sansürcü 🔉  

λογοκριτής (ο) 🔉  
☆sansürcülük 🔉  

λογοκρισία (η) 🔉  
λογοκριτική (η) 🔉  
☆sansürleme 🔉  

λογοκρισία (η) 🔉  
☆sansürlemek 🔉  

λογοκρίνω 🔉  
☆sansürlenme 🔉  

λογοκρισία (η) 🔉  
☆sansürlenmek 🔉  

λογοκρίνομαι 🔉  
☆sansürleyebilme 🔉  

δυνατότητα λογοκρισίας (η) 🔉  
☆sansürleyebilmek 🔉  

μπορώ να λογοκρίνω 🔉  
☆sansürlü 🔉  

λογοκριμένος 🔉  
☆sansürsüz 🔉  

αλογόκριτος 🔉  
☆sansürsüzlük 🔉  

απουσία λογοκρισίας (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱