Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
şart 🔉  

όρος (ο) 🔉  
προϋπόθεση (η) 🔉  
şart kipi 🔉  

υποθετική έγκλιση (η) 🔉  
şart şurt 🔉  

όροι (οι) 🔉  
προϋποθέσεις (οι) 🔉  
şartınca 🔉  

υπό τον όρο ότι 🔉  
σύμφωνα με τον όρο 🔉  
şartlama 🔉  

όρος (ο) 🔉  
προϋπόθεση (η) 🔉  
şartlamak 🔉  

θέτω όρο 🔉  
εξαρτώ από όρο 🔉  
şartlandırılma 🔉  

εξάρτηση από όρους (η) 🔉  
όροθέτηση (η) 🔉  
şartlandırılmak 🔉  

εξαρτώμαι από όρους 🔉  
τίθεμαι υπό όρους 🔉  
şartlandırma 🔉  

όροθέτηση (η) 🔉  
εξάρτηση από όρους (η) 🔉  
şartlandırmak 🔉  

θέτω όρους 🔉  
εξαρτώ από όρους 🔉  
şartlanış 🔉  

όροθέτηση (η) 🔉  
εξάρτηση (η) 🔉  
şartlanma 🔉  

όροθέτηση (η) 🔉  
εξάρτηση από όρους (η) 🔉  
şartlanmak 🔉  

τίθεμαι υπό όρους 🔉  
εξαρτώμαι από όρους 🔉  
şartlaşma 🔉  

συμφωνία όρων (η) 🔉  
αμοιβαία όροθέτηση (η) 🔉  
şartlaşmak 🔉  

συμφωνώ όρους 🔉  
θέτω αμοιβαίους όρους 🔉  
şartlı 🔉  

υπό όρο 🔉  
εξαρτημένος από όρο 🔉  
şartlı birleşik cümle 🔉  

υποθετική σύνθετη πρόταση (η) 🔉  
şartlı birleşik zaman 🔉  

υποθετικός σύνθετος χρόνος (ο) 🔉  
şartlı refleks 🔉  

εξαρτημένο αντανακλαστικό (το) 🔉  
şartlı tahliye 🔉  

υφ’ όρον απόλυση (η) 🔉  
şartlılık 🔉  

υποθετικότητα (η) 🔉  
εξάρτηση από όρους (η) 🔉  
şartname 🔉  

προδιαγραφές (οι) 🔉  
τεύχος όρων (το) 🔉  
şartsız 🔉  

άνευ όρων 🔉  
ανεπιφύλακτος 🔉  
şartsız refleks 🔉  

ανεξάρτητο αντανακλαστικό (το) 🔉  
άνευ όρων αντανακλαστικό (το) 🔉  
şartsız şurtsuz 🔉  

άνευ όρων 🔉  
χωρίς καμία προϋπόθεση 🔉  
şartsızlık 🔉  

ανεπιφύλακτο (το) 🔉  
άνευ όρων χαρακτήρας (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱