Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
şeker
🔉
ζάχαρη (η)
🔉
γλυκό (το)
🔉
καραμέλα (η)
🔉
şeker ağacı
🔉
ζαχαρόδεντρο (το)
🔉
şeker aktarması
🔉
μεταφορά ζάχαρης (η)
🔉
Şeker Bayramı
🔉
Μπαϊράμι της Ζάχαρης (το)
🔉
Εορτή του Ραμαζανιού (η)
🔉
şeker fasulyesi
🔉
γλυκοφασόλι (το)
🔉
şeker hastalığı
🔉
διαβήτης (ο)
🔉
şeker kamışı
🔉
ζαχαροκάλαμο (το)
🔉
şeker pancarı
🔉
ζαχαρότευτλο (το)
🔉
şekerci
🔉
ζαχαροπλάστης (ο)
🔉
καραμελάς (ο)
🔉
şekerciboyası
🔉
αλκενγκί (το)
🔉
şekerciboyasıgiller
🔉
σολανίδες (οι)
🔉
şekercilik
🔉
ζαχαροπλαστική (η)
🔉
καραμελοποιία (η)
🔉
şekerleme
🔉
καραμέλα (η)
🔉
ζαχαρωτό (το)
🔉
şekerlemeci
🔉
ζαχαροπλάστης (ο)
🔉
πωλητής ζαχαρωτών (ο)
🔉
şekerlemecilik
🔉
ζαχαροπλαστική (η)
🔉
εμπορία ζαχαρωτών (η)
🔉
şekerlemek
🔉
ζαχαρώνω
🔉
γλυκαίνω
🔉
şekerlendirme
🔉
ζαχάρωμα (το)
🔉
γλύκανση (η)
🔉
şekerlendirmek
🔉
ζαχαρώνω
🔉
γλυκαίνω
🔉
şekerlenme
🔉
ζαχάρωμα (το)
🔉
κρυστάλλωση (η)
🔉
şekerlenmek
🔉
ζαχαρώνω
🔉
κρυσταλλώνομαι
🔉
şekerleşme
🔉
κρυστάλλωση (η)
🔉
ζαχάρωμα (το)
🔉
şekerleşmek
🔉
κρυσταλλώνομαι
🔉
ζαχαρώνω
🔉
şekerleştirme
🔉
κρυστάλλωση (η)
🔉
ζαχάρωμα (το)
🔉
şekerleştirmek
🔉
κρυσταλλώνω
🔉
ζαχαρώνω
🔉
şekerli
🔉
ζαχαρωμένος
🔉
γλυκός
🔉
şekerli kahve
🔉
καφές με ζάχαρη (ο)
🔉
şekerlik
🔉
ζαχαριέρα (η)
🔉
ζαχαροθήκη (η)
🔉
şekerlilik
🔉
γλυκύτητα (η)
🔉
περιεκτικότητα σε ζάχαρη (η)
🔉
şekerpare
🔉
σεκερπαρέ (το)
🔉
σιροπιαστό γλυκό (το)
🔉
şekerrenk
🔉
ζαχαρί
🔉
şekersiz
🔉
άζαχος
🔉
χωρίς ζάχαρη
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱