Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
batı
🔉
δύση (η)
🔉
☆
Batı
🔉
Δύση (η)
🔉
☆
Batı Bloku
🔉
Δυτικό Μπλοκ (το)
🔉
☆
Batı Türkçesi
🔉
δυτική τουρκική (η)
🔉
☆
Batıcı
🔉
δυτικόφιλος (ο)
🔉
δυτικόφιλη (η)
🔉
☆
Batıcılık
🔉
δυτικόφιλη τάση (η)
🔉
δυτικισμός (ο)
🔉
☆
batık
🔉
ναυάγιο (το)
🔉
βυθισμένος
🔉
☆
batıl
🔉
άκυρος
🔉
ανυπόστατος
🔉
☆
batıl inanç
🔉
δεισιδαιμονία (η)
🔉
☆
batıl itikat
🔉
δεισιδαιμονία (η)
🔉
☆
Batılı
🔉
δυτικός
🔉
δυτικοευρωπαίος
🔉
☆
Batılıca
🔉
κατά τα δυτικά
🔉
δυτικότροπα
🔉
☆
Batılılaşabilme
🔉
δυνατότητα εκδυτικισμού (η)
🔉
δυνατότητα εκδυτικοποίησης (η)
🔉
☆
Batılılaşabilmek
🔉
δύναμαι να εκδυτικιστώ
🔉
δύναμαι να εκδυτικοποιηθώ
🔉
☆
Batılılaşma
🔉
εκδυτικισμός (ο)
🔉
εκδυτικοποίηση (η)
🔉
☆
Batılılaşmacı
🔉
εκδυτικιστής (ο)
🔉
εκδυτικίστρια (η)
🔉
☆
Batılılaşmacılık
🔉
εκδυτικισμός (ο)
🔉
☆
Batılılaşmak
🔉
εκδυτικίζομαι
🔉
εκδυτικοποιούμαι
🔉
☆
Batılılaştırılma
🔉
εκδυτικοποίηση (η)
🔉
εκδυτικισμός (ο)
🔉
☆
Batılılaştırılmak
🔉
εκδυτικοποιούμαι
🔉
εκδυτικίζομαι
🔉
☆
Batılılaştırma
🔉
εκδυτικοποίηση (η)
🔉
εκδυτικισμός (ο)
🔉
☆
Batılılaştırmak
🔉
εκδυτικοποιώ
🔉
εκδυτικίζω
🔉
☆
Batılılık
🔉
δυτικότητα (η)
🔉
☆
batıllık
🔉
ακυρότητα (η)
🔉
ανυποστασία (η)
🔉
☆
batın
🔉
κοιλιά (η)
🔉
κοιλία (η)
🔉
☆
bâtın
🔉
εσωτερικός
🔉
απόκρυφος
🔉
☆
bâtıni
🔉
εσωτερικός
🔉
εσωτεριστικός
🔉
☆
Bâtıni
🔉
Μπατίνι (ο)
🔉
Μπατίνι (η)
🔉
☆
Bâtıniye
🔉
Μπατινίγια (η)
🔉
☆
batırabilme
🔉
δυνατότητα βύθισης (η)
🔉
δυνατότητα να βυθίσει (η)
🔉
☆
batırabilmek
🔉
δύναμαι να βυθίσω
🔉
δύναμαι να καταβυθίσω
🔉
☆
batırık
🔉
βυθισμένο (το)
🔉
βυθιστός
🔉
☆
batırılabilme
🔉
δυνατότητα να βυθιστεί (η)
🔉
δυνατότητα καταβύθισης (η)
🔉
☆
batırılabilmek
🔉
δύναμαι να βυθιστώ
🔉
δύναμαι να καταβυθιστώ
🔉
☆
batırılış
🔉
βύθιση (η)
🔉
καταβύθιση (η)
🔉
☆
batırılma
🔉
βύθιση (η)
🔉
καταβύθιση (η)
🔉
☆
batırılmak
🔉
βυθίζομαι
🔉
καταβυθίζομαι
🔉
☆
batırış
🔉
βύθιση (η)
🔉
καταβύθιση (η)
🔉
☆
batırıverme
🔉
άμεση βύθιση (η)
🔉
αιφνίδια καταβύθιση (η)
🔉
☆
batırıvermek
🔉
βυθίζω αμέσως
🔉
καταβυθίζω αμέσως
🔉
☆
batırma
🔉
βύθιση (η)
🔉
καταβύθιση (η)
🔉
☆
batırmak
🔉
βυθίζω
🔉
καταβυθίζω
🔉
☆
batırtma
🔉
πρόκληση βύθισης (η)
🔉
πρόκληση καταβύθισης (η)
🔉
☆
batırtmak
🔉
προκαλώ να βυθίσει
🔉
προκαλώ να καταβυθίσει
🔉
☆
batış
🔉
βύθιση (η)
🔉
δύση (η)
🔉
☆
batıverme
🔉
αιφνίδια βύθιση (η)
🔉
αιφνίδια δύση (η)
🔉
☆
batıvermek
🔉
βυθίζομαι ξαφνικά
🔉
δύω ξαφνικά
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱