Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
bey
🔉
μπέης (ο)
🔉
κύριος (ο)
🔉
☆
bey armudu
🔉
αχλάδι «μπεϊ» (το)
🔉
☆
bey erki
🔉
ανδρική εξουσία (η)
🔉
πατριαρχία (η)
🔉
☆
bey kardeş
🔉
αδελφός (ο)
🔉
☆
bey soylu
🔉
ευγενικής καταγωγής
🔉
αριστοκρατικός
🔉
☆
beyaban
🔉
έρημος (η)
🔉
ερημιά (η)
🔉
☆
Beyağaç
🔉
Μπεγιαγάτς (το)
🔉
☆
beyan
🔉
δήλωση (η)
🔉
κατάθεση (η)
🔉
☆
beyan değeri
🔉
δηλωθείσα αξία (η)
🔉
☆
beyanat
🔉
δήλωση (η)
🔉
ανακοίνωση (η)
🔉
☆
beyanname
🔉
δήλωση (η)
🔉
φορολογική δήλωση (η)
🔉
☆
beyaz
🔉
λευκός
🔉
άσπρος
🔉
☆
beyaz adam
🔉
λευκός άνθρωπος (ο)
🔉
☆
beyaz baston
🔉
λευκό μπαστούνι (το)
🔉
☆
beyaz bayrak
🔉
λευκή σημαία (η)
🔉
☆
beyaz cam
🔉
λευκό γυαλί (το)
🔉
διαφανές γυαλί (το)
🔉
☆
beyaz dizi
🔉
λευκή σειρά (η)
🔉
☆
beyaz eşya
🔉
λευκές συσκευές (οι)
🔉
οικιακές συσκευές (οι)
🔉
☆
beyaz et
🔉
λευκό κρέας (το)
🔉
☆
beyaz iş
🔉
λευκή εργασία (η)
🔉
☆
beyaz ırk
🔉
λευκή φυλή (η)
🔉
☆
beyaz kitap
🔉
λευκή βίβλος (η)
🔉
☆
beyaz kömür
🔉
λευκός άνθρακας (ο)
🔉
☆
beyaz oy
🔉
λευκή ψήφος (η)
🔉
☆
beyaz perde
🔉
λευκή κουρτίνα (η)
🔉
λευκή οθόνη (η)
🔉
☆
beyaz peynir
🔉
λευκό τυρί (το)
🔉
φέτα (η)
🔉
☆
Beyaz Rus
🔉
Λευκορώσος (ο)
🔉
Λευκορωσίδα (η)
🔉
☆
beyaz şarap
🔉
λευκό κρασί (το)
🔉
☆
beyaz yakalı
🔉
λευκοκολάρος
🔉
υπάλληλος γραφείου
🔉
☆
beyaz yalan
🔉
αθώο ψέμα (το)
🔉
λευκό ψέμα (το)
🔉
☆
beyaz zehir
🔉
λευκό δηλητήριο (το)
🔉
☆
beyazımsı
🔉
λευκωπός
🔉
ασπριδερός
🔉
☆
beyazımtırak
🔉
λευκωπός
🔉
ασπριδερός
🔉
☆
beyazlanma
🔉
άσπρισμα (το)
🔉
λεύκανση (η)
🔉
☆
beyazlanmak
🔉
ασπρίζω
🔉
λευκαίνω
🔉
☆
beyazlaşma
🔉
λεύκανση (η)
🔉
άσπρισμα (το)
🔉
☆
beyazlaşmak
🔉
λευκαίνω
🔉
ασπρίζω
🔉
☆
beyazlaştırma
🔉
λεύκανση (η)
🔉
☆
beyazlaştırmak
🔉
λευκαίνω
🔉
ασπρίζω
🔉
☆
beyazlatabilme
🔉
δυνατότητα λεύκανσης (η)
🔉
☆
beyazlatabilmek
🔉
δύναμαι να λευκάνω
🔉
δύναμαι να ασπρίσω
🔉
☆
beyazlatıcı
🔉
λευκαντικό
🔉
ασπριστικό
🔉
☆
beyazlatılma
🔉
λεύκανση (η)
🔉
☆
beyazlatılmak
🔉
λευκαίνομαι
🔉
ασπρίζομαι
🔉
☆
beyazlatma
🔉
λεύκανση (η)
🔉
άσπρισμα (το)
🔉
☆
beyazlatmak
🔉
λευκαίνω
🔉
ασπρίζω
🔉
☆
beyazlı
🔉
λευκός
🔉
με λευκό
🔉
☆
beyazlık
🔉
λευκότητα (η)
🔉
ασπράδα (η)
🔉
☆
beyazsinek
🔉
αλευρώδης (ο)
🔉
☆
beyaztilki
🔉
αρκτική αλεπού (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱