Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
Mo
🔉
Mo (το)
🔉
mobil
🔉
κινητός
🔉
φορητός
🔉
mobil telefon
🔉
κινητό τηλέφωνο (το)
🔉
mobilize
🔉
κινητοποιώ
🔉
mobilya
🔉
έπιπλα (τα)
🔉
έπιπλο (το)
🔉
mobilyacı
🔉
επιπλοποιός (ο)
🔉
έμπορος επίπλων (ο)
🔉
mobilyacılık
🔉
επιπλοποιία (η)
🔉
εμπόριο επίπλων (το)
🔉
mobilyalı
🔉
επιπλωμένος
🔉
mobilyasız
🔉
άδειος από έπιπλα
🔉
μη επιπλωμένος
🔉
möble
🔉
έπιπλο (το)
🔉
möbleli
🔉
επιπλωμένος
🔉
möblesiz
🔉
άνευ επίπλων
🔉
ξενοίκιαστος
🔉
moda
🔉
μόδα (η)
🔉
modacı
🔉
σχεδιαστής μόδας (ο)
🔉
μοδίστρα (η)
🔉
modacılık
🔉
σχεδιασμός μόδας (ο)
🔉
μοδιστρική (η)
🔉
modaevi
🔉
οίκος μόδας (ο)
🔉
modalaşma
🔉
εκμόδωση (η)
🔉
modalaşmak
🔉
γίνομαι μόδα
🔉
εκμοδώνομαι
🔉
modalaştırma
🔉
εκμόδωση (η)
🔉
modalaştırmak
🔉
κάνω μόδα
🔉
εκμοδώνω
🔉
model
🔉
μοντέλο (το)
🔉
πρότυπο (το)
🔉
model salonu
🔉
αίθουσα μοντέλων (η)
🔉
σαλόνι μόδας (το)
🔉
modelaj
🔉
μοντελάζ (το)
🔉
πλαστική διαμόρφωση (η)
🔉
modelci
🔉
μοντελιστής (ο)
🔉
modelcilik
🔉
μοντελισμός (ο)
🔉
modelist
🔉
μοντελίστ (ο)
🔉
modellik
🔉
μοντελοποίηση (η)
🔉
επάγγελμα μοντέλου (το)
🔉
modem
🔉
μόντεμ (το)
🔉
moderato
🔉
moderato
🔉
μετρίως αργά
🔉
modern
🔉
μοντέρνος
🔉
σύγχρονος
🔉
modern mantık
🔉
σύγχρονη λογική (η)
🔉
νεότερη λογική (η)
🔉
modern mobilya
🔉
μοντέρνα έπιπλα (τα)
🔉
modernist
🔉
μοντερνιστής (ο)
🔉
modernizasyon
🔉
εκσυγχρονισμός (ο)
🔉
μοντερνοποίηση (η)
🔉
modernize
🔉
εκσυγχρονίζω
🔉
μοντερνοποιώ
🔉
modernizm
🔉
μοντερνισμός (ο)
🔉
modernleşebilme
🔉
δυνατότητα εκσυγχρονισμού (η)
🔉
δυνατότητα μοντερνοποίησης (η)
🔉
modernleşebilmek
🔉
δύναμαι να εκσυγχρονιστώ
🔉
δύναμαι να μοντερνοποιηθώ
🔉
modernleşme
🔉
εκσυγχρονισμός (ο)
🔉
μοντερνοποίηση (η)
🔉
modernleşmek
🔉
εκσυγχρονίζομαι
🔉
μοντερνοποιούμαι
🔉
modernleştirme
🔉
εκσυγχρονισμός (ο)
🔉
μοντερνοποίηση (η)
🔉
modernleştirmek
🔉
εκσυγχρονίζω
🔉
μοντερνοποιώ
🔉
modernlik
🔉
μοντερνικότητα (η)
🔉
νεωτερικότητα (η)
🔉
modifikasyon
🔉
τροποποίηση (η)
🔉
μετατροπή (η)
🔉
modistra
🔉
μοδίστρα (η)
🔉
modül
🔉
μονάδα (η)
🔉
δομοστοιχείο (το)
🔉
αρθρωτό τμήμα (το)
🔉
modülasyon
🔉
διαμόρφωση (η)
🔉
διαμόρφωση σήματος (η)
🔉
μετατροπία (η)
🔉
modüler
🔉
αρθρωτός
🔉
δομοστοιχειωτός
🔉
modüllü
🔉
αρθρωτός
🔉
με μονάδες
🔉
Moğol
🔉
Μογγόλος (ο)
🔉
Μογγολικός
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱