Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
pazar
🔉
αγορά (η)
🔉
παζάρι (το)
🔉
☆
Pazar
🔉
Κυριακή (η)
🔉
☆
pazar kayığı
🔉
βάρκα της αγοράς (η)
🔉
☆
pazar yeri
🔉
αγορά (η)
🔉
τόπος αγοράς (ο)
🔉
παζάρι (το)
🔉
☆
pazarbaşı
🔉
αρχή της αγοράς (η)
🔉
αρχή του παζαριού (η)
🔉
☆
pazarcı
🔉
μικροπωλητής (ο)
🔉
πωλητής λαϊκής (ο)
🔉
☆
Pazarcık
🔉
Παζαρτζίκ (το)
🔉
☆
pazarcılık
🔉
μικροπωλητική (η)
🔉
εμπορία στη λαϊκή (η)
🔉
☆
pazarlama
🔉
μάρκετινγκ (το)
🔉
εμπορία (η)
🔉
☆
pazarlamacı
🔉
έμπορος (ο)
🔉
υπεύθυνος μάρκετινγκ (ο)
🔉
☆
pazarlamacılık
🔉
εμπορία (η)
🔉
μάρκετινγκ (το)
🔉
☆
pazarlamak
🔉
εμπορεύομαι
🔉
προωθώ
🔉
διαφημίζω
🔉
☆
pazarlanış
🔉
διάθεση στην αγορά (η)
🔉
προώθηση (η)
🔉
☆
pazarlanma
🔉
διάθεση στην αγορά (η)
🔉
προώθηση (η)
🔉
☆
pazarlanmak
🔉
διατίθεμαι στην αγορά
🔉
προωθούμαι
🔉
☆
Pazarlar
🔉
Παζαρλάρ (το)
🔉
☆
pazarlaşma
🔉
εμπορευματοποίηση (η)
🔉
☆
pazarlaşmak
🔉
εμπορευματοποιούμαι
🔉
☆
pazarlayabilme
🔉
δυνατότητα προώθησης (η)
🔉
δυνατότητα διάθεσης στην αγορά (η)
🔉
☆
pazarlayabilmek
🔉
μπορώ να προωθήσω
🔉
μπορώ να διαθέσω στην αγορά
🔉
☆
pazarlayış
🔉
προώθηση (η)
🔉
διάθεση στην αγορά (η)
🔉
☆
pazarlık
🔉
παζάρι (το)
🔉
διαπραγμάτευση (η)
🔉
☆
pazarlıkçı
🔉
παζαρευτής (ο)
🔉
διαπραγματευτής (ο)
🔉
☆
pazarlıkçılık
🔉
παζάρεμα (το)
🔉
διαπραγματευτική (η)
🔉
☆
pazarlıklı
🔉
με παζάρι
🔉
με διαπραγμάτευση
🔉
☆
pazarlıklı alışveriş
🔉
αγοραπωλησία με παζάρι (η)
🔉
☆
pazarlıksız
🔉
χωρίς παζάρι
🔉
χωρίς διαπραγμάτευση
🔉
☆
pazartesi
🔉
Δευτέρα (η)
🔉
☆
Pazaryeri
🔉
Παζαριέρι (το)
🔉
☆
Pazaryolu
🔉
Παζαριόλου (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱