Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆açı 🔉  

γωνία (η) 🔉  
☆acı 🔉  

πικρός 🔉  
οδυνηρός 🔉  
πονεμένος 🔉  
☆acı acı 🔉  

πικρά 🔉  
θλιμμένα 🔉  
☆acı ağaç 🔉  

πικρόδεντρο (το) 🔉  
☆acı badem 🔉  

πικραμύγδαλο (το) 🔉  
☆acı badem kurabiyesi 🔉  

μπισκότο πικραμυγδάλου (το) 🔉  
☆acı bakla 🔉  

πικρό κουκί (το) 🔉  
☆acı bal 🔉  

πικρό μέλι (το) 🔉  
☆acı balık 🔉  

πικρόψαρο (το) 🔉  
☆acı ceviz 🔉  

πικρό καρύδι (το) 🔉  
☆acı çiğdem 🔉  

πικρός κρόκος (ο) 🔉  
☆acı elma 🔉  

πικρόμηλο (το) 🔉  
☆acı fren 🔉  

απότομο φρενάρισμα (το) 🔉  
☆acı gerçek 🔉  

πικρή αλήθεια (η) 🔉  
☆acı haber 🔉  

θλιβερή είδηση (η) 🔉  
☆acı hıyar 🔉  

πικρό αγγούρι (το) 🔉  
☆acı karpuz 🔉  

πικρό καρπούζι (το) 🔉  
☆acı kavak 🔉  

πικρή λεύκα (η) 🔉  
☆acı kavun 🔉  

πικρό πεπόνι (το) 🔉  
☆acı kök 🔉  

πικρόριζα (η) 🔉  
☆acı kuvvet 🔉  

οδυνηρή δύναμη (η) 🔉  
☆acı marul 🔉  

πικρό μαρούλι (το) 🔉  
☆acı meyan 🔉  

γλυκόριζα (η) 🔉  
☆açı ölçüm 🔉  

μέτρηση γωνίας (η) 🔉  
☆acı ot 🔉  

πικρόχορτο (το) 🔉  
☆acı pelin 🔉  

αψιθιά (η) 🔉  
☆acı sakız 🔉  

μαστίχα (η) 🔉  
☆acı söz 🔉  

πικρός λόγος (ο) 🔉  
σκληρή κουβέντα (η) 🔉  
☆acı su 🔉  

πικρό νερό (το) 🔉  
μεταλλικό νερό (το) 🔉  
☆acı tatlı 🔉  

γλυκόπικρος 🔉  
☆acı yavşan 🔉  

αψιθιά (η) 🔉  
☆acı yeşil 🔉  

πικροπράσινος 🔉  
☆acı yonca 🔉  

τριφύλλι πικρό (το) 🔉  
☆acıca 🔉  

πικρά 🔉  
οδυνηρά 🔉  
☆açığa alınma 🔉  

θέση σε διαθεσιμότητα (η) 🔉  
αναστολή καθηκόντων (η) 🔉  
☆açığa alınmak 🔉  

τίθεμαι σε διαθεσιμότητα 🔉  
τίθεμαι σε αναστολή 🔉  
☆açığa alma 🔉  

θέση σε διαθεσιμότητα (η) 🔉  
αναστολή καθηκόντων (η) 🔉  
☆açığa almak 🔉  

θέτω σε διαθεσιμότητα 🔉  
θέτω σε αναστολή 🔉  
☆Acıgöl 🔉  

Ατζιγκόλ (το) 🔉  
☆açık 🔉  

ανοιχτός 🔉  
σαφής 🔉  
φανερός 🔉  
ξάστερος 🔉  
☆açık açık 🔉  

ανοιχτά 🔉  
απερίφραστα 🔉  
☆açık ağıl 🔉  

ανοιχτό μαντρί (το) 🔉  
☆açık ağızlı 🔉  

ανοιχτόστομος 🔉  
αφελής 🔉  
☆açık ağızlılık 🔉  

ανοιχτοστομία (η) 🔉  
αφέλεια (η) 🔉  
☆açık alan 🔉  

ανοικτός χώρος (ο) 🔉  
☆açık ara 🔉  

με μεγάλη διαφορά 🔉  
☆açık artırma 🔉  

πλειστηριασμός (ο) 🔉  
δημοπρασία (η) 🔉  
☆açık bilet 🔉  

εισιτήριο ανοικτής ημερομηνίας (το) 🔉  
☆açık bölge 🔉  

ανοικτή περιοχή (η) 🔉  
☆açık bono 🔉  

ακάλυπτο γραμμάτιο (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱