Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
açık 🔉  

ανοιχτός 🔉  
σαφής 🔉  
φανερός 🔉  
ξάστερος 🔉  
açık açık 🔉  

ανοιχτά 🔉  
απερίφραστα 🔉  
açık ağıl 🔉  

ανοιχτό μαντρί (το) 🔉  
açık ağızlı 🔉  

ανοιχτόστομος 🔉  
αφελής 🔉  
açık ağızlılık 🔉  

ανοιχτοστομία (η) 🔉  
αφέλεια (η) 🔉  
açık alan 🔉  

ανοικτός χώρος (ο) 🔉  
açık ara 🔉  

με μεγάλη διαφορά 🔉  
açık artırma 🔉  

πλειστηριασμός (ο) 🔉  
δημοπρασία (η) 🔉  
açık bilet 🔉  

εισιτήριο ανοικτής ημερομηνίας (το) 🔉  
açık bölge 🔉  

ανοικτή περιοχή (η) 🔉  
açık bono 🔉  

ακάλυπτο γραμμάτιο (το) 🔉  
açık büfe 🔉  

μπουφές (ο) 🔉  
açık çek 🔉  

λευκή επιταγή (η) 🔉  
açık celse 🔉  

δημόσια συνεδρίαση (η) 🔉  
açık ciro 🔉  

λευκή οπισθογράφηση (η) 🔉  
açık deniz 🔉  

ανοιχτή θάλασσα (η) 🔉  
πέλαγος (το) 🔉  
açık devre 🔉  

ανοικτό κύκλωμα (το) 🔉  
açık dolaşım sistemi 🔉  

ανοικτό κυκλοφορικό σύστημα (το) 🔉  
açık durum 🔉  

ανοικτή κατάσταση (η) 🔉  
açık duruşma 🔉  

δημόσια δίκη (η) 🔉  
δημόσια ακροαματική διαδικασία (η) 🔉  
açık düşme 🔉  

πτώση σε ανοιχτό χώρο (η) 🔉  
açık düşmek 🔉  

πέφτω σε ανοιχτό χώρο 🔉  
açık eksiltme 🔉  

φανερή μειοδοσία (η) 🔉  
açık elli 🔉  

γενναιόδωρος 🔉  
açık ellilik 🔉  

γενναιοδωρία (η) 🔉  
açık fikirli 🔉  

ανοιχτόμυαλος 🔉  
açık fikirlilik 🔉  

ανοιχτομυαλιά (η) 🔉  
açık giyim 🔉  

αποκαλυπτική ενδυμασία (η) 🔉  
açık giyimli 🔉  

αποκαλυπτικά ντυμένος 🔉  
açık görüş 🔉  

καθαρή όραση (η) 🔉  
σαφής αντίληψη (η) 🔉  
açık gri 🔉  

ανοιχτό γκρι 🔉  
açık hava 🔉  

ύπαιθρος (η) 🔉  
καθαρός αέρας (ο) 🔉  
açık hava müzesi 🔉  

υπαίθριο μουσείο (το) 🔉  
açık hava sineması 🔉  

θερινός κινηματογράφος (ο) 🔉  
açık hava tiyatrosu 🔉  

υπαίθριο θέατρο (το) 🔉  
açık hece 🔉  

ανοικτή συλλαβή (η) 🔉  
açık hesap 🔉  

ανοικτός λογαριασμός (ο) 🔉  
açık imza 🔉  

λευκή υπογραφή (η) 🔉  
açık işletme 🔉  

ανοικτή επιχείρηση (η) 🔉  
açık kahverengi 🔉  

ανοιχτό καφέ 🔉  
açık kalp ameliyatı 🔉  

εγχείρηση ανοικτής καρδιάς (η) 🔉  
açık kalpli 🔉  

ειλικρινής 🔉  
ανοιχτόκαρδος 🔉  
açık kalplilik 🔉  

ειλικρίνεια (η) 🔉  
ανοιχτοκαρδία (η) 🔉  
açık kapı 🔉  

ανοιχτή πόρτα (η) 🔉  
açık kapı hırsızı 🔉  

διαρρήκτης (ο) 🔉  
κλέφτης που εκμεταλλεύεται ανοιχτές πόρτες (ο) 🔉  
açık kapı politikası 🔉  

πολιτική ανοικτών θυρών (η) 🔉  
açık kapı siyaseti 🔉  

πολιτική ανοικτών θυρών (η) 🔉  
açık kart 🔉  

ανοιχτά χαρτιά (τα) 🔉  
açık kestane 🔉  

ανοιχτό καστανό 🔉  
açık kırmızı 🔉  

ανοιχτό κόκκινο 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱