Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
ağır
🔉
βαρύς
🔉
βαριά
🔉
βαρύ
🔉
σοβαρός
🔉
σοβαρή
🔉
σοβαρό
🔉
δυσβάστακτος
🔉
ağır ağır
🔉
αργά-αργά
🔉
βραδέως
🔉
ağır aksak
🔉
κουτσός
🔉
χωλός
🔉
αργοκίνητος
🔉
ağır aksaklık
🔉
χωλότητα (η)
🔉
βραδυπορία (η)
🔉
ağır araç
🔉
βαρύ όχημα (το)
🔉
ağır çekim
🔉
αργή κίνηση (η)
🔉
ağır ceza
🔉
βαριά ποινή (η)
🔉
ağır ezgi
🔉
αργό μέλος (το)
🔉
ağır hapis cezası
🔉
κάθειρξη (η)
🔉
ağır hasta
🔉
βαριά ασθενής (ο/η)
🔉
ağır hastalık
🔉
βαριά ασθένεια (η)
🔉
ağır hava
🔉
βαρύς καιρός (ο)
🔉
ağır hidrojen
🔉
δευτέριο (το)
🔉
ağır iş
🔉
βαριά εργασία (η)
🔉
ağır kayıp
🔉
βαριά απώλεια (η)
🔉
ağır küre
🔉
βαριά σφαίρα (η)
🔉
ağır kusur
🔉
βαριά αμέλεια (η)
🔉
σοβαρό σφάλμα (το)
🔉
ağır makineli
🔉
βαρέως τύπου πολυβόλο (το)
🔉
ağır para cezası
🔉
βαριά χρηματική ποινή (η)
🔉
υψηλό πρόστιμο (το)
🔉
ağır sanayi
🔉
βαριά βιομηχανία (η)
🔉
ağır sıklet
🔉
βαρέων βαρών
🔉
ağır söz
🔉
βαριά κουβέντα (η)
🔉
προσβλητικός λόγος (ο)
🔉
ağır su
🔉
βαρύ ύδωρ (το)
🔉
ağır top
🔉
βαρύ πυροβόλο (το)
🔉
ağır uyku
🔉
βαθύς ύπνος (ο)
🔉
ağır vasıta
🔉
βαρέο όχημα (το)
🔉
ağır vasıta ehliyeti
🔉
άδεια οδήγησης βαρέων οχημάτων (η)
🔉
ağır yağ
🔉
βαρύ έλαιο (το)
🔉
ağır yara
🔉
βαριά πληγή (η)
🔉
ağırayak
🔉
αργοκίνητος
🔉
βαρύς στο βάδισμα
🔉
ağırbaşlı
🔉
σοβαρός
🔉
μετρημένος
🔉
ağırbaşlılık
🔉
σοβαρότητα (η)
🔉
μετριοπάθεια (η)
🔉
ağırca
🔉
κάπως βαρύς
🔉
σχετικά βαρύς
🔉
ağırcanlı
🔉
βραδυκίνητος
🔉
νωθρός
🔉
ağırcanlılık
🔉
βραδυκινησία (η)
🔉
νωθρότητα (η)
🔉
ağırelli
🔉
βαρύς στο χέρι
🔉
αδέξιος
🔉
ağırellilik
🔉
αδεξιότητα (η)
🔉
ağırkanlı
🔉
βραδυκίνητος
🔉
φλεγματικός
🔉
ağırkanlılık
🔉
βραδυκινησία (η)
🔉
φλεγματικότητα (η)
🔉
ağırlama
🔉
φιλοξενία (η)
🔉
υποδοχή (η)
🔉
ağırlamak
🔉
φιλοξενώ
🔉
υποδέχομαι
🔉
ağırlanabilme
🔉
δυνατότητα φιλοξενίας (η)
🔉
ağırlanabilmek
🔉
δύναμαι να φιλοξενηθώ
🔉
δύναμαι να υποδεχθώ
🔉
ağırlanış
🔉
τρόπος φιλοξενίας (ο)
🔉
τρόπος υποδοχής (ο)
🔉
ağırlanma
🔉
φιλοξενία (η)
🔉
υποδοχή (η)
🔉
ağırlanmak
🔉
φιλοξενούμαι
🔉
υποδέχομαι/υποδέχομαι (παθ.)
🔉
ağırlaşabilme
🔉
δυνατότητα επιβάρυνσης (η)
🔉
ağırlaşabilmek
🔉
δύναμαι να βαρύνω
🔉
δύναμαι να επιβαρυνθώ
🔉
ağırlaşma
🔉
επιβάρυνση (η)
🔉
βάρυνση (η)
🔉
ağırlaşmak
🔉
βαραίνω
🔉
επιβαρύνομαι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱