Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
ağız
🔉
στόμα (το)
🔉
στόμιο (το)
🔉
ağız
🔉
στόμα (το)
🔉
στόμιο (το)
🔉
ağız ağıza
🔉
στόμα με στόμα
🔉
ağız alışkanlığı
🔉
συνήθεια ομιλίας (η)
🔉
ağız bağı
🔉
φίμωτρο (το)
🔉
φίμωση (η)
🔉
ağız birliği
🔉
σύμπνοια (η)
🔉
κοινή γραμμή (η)
🔉
ağız dalaşı
🔉
λογομαχία (η)
🔉
ağız değişikliği
🔉
διαλεκτική ποικιλία (η)
🔉
ağız dolusu
🔉
με το στόμα γεμάτο
🔉
με όλο το στόμα
🔉
ağız kalabalığı
🔉
φλυαρία (η)
🔉
πολυλογία (η)
🔉
ağız kavafı
🔉
οδοντοτεχνίτης (ο)
🔉
ağız kavgası
🔉
καβγάς (ο)
🔉
λογομαχία (η)
🔉
ağız kokusu
🔉
κακοσμία στόματος (η)
🔉
δυσοσμία (η)
🔉
ağız kuşağı
🔉
στοματικό τμήμα (το)
🔉
ağız nişanı
🔉
αρραβώνας (ο)
🔉
ağız şakası
🔉
αστείο (το)
🔉
χωρατό (το)
🔉
ağız tadı
🔉
γεύση (η)
🔉
ευχαρίστηση (η)
🔉
ağız tadıyla
🔉
με ευχαρίστηση
🔉
με όρεξη
🔉
ağız tatsızlığı
🔉
δυσφορία (η)
🔉
δυσαρέσκεια (η)
🔉
ağız tüfeği
🔉
στοματικό όπλο (το)
🔉
ağız tütünü
🔉
καπνός μάσησης (ο)
🔉
ağız ünlüsü
🔉
φωνήεν (το)
🔉
ağız ünsüzü
🔉
σύμφωνο (το)
🔉
ağızcıl
🔉
διαλεκτικός
🔉
ağızdan
🔉
από το στόμα
🔉
ağızdan ağıza
🔉
από στόμα σε στόμα
🔉
ağızdan dolma
🔉
από του στόματος
🔉
προφορικός
🔉
ağızdan kapma
🔉
αρπαγή με το στόμα (η)
🔉
ağızlama
🔉
στοματική επάλειψη (η)
🔉
ağızlamak
🔉
επαλείφω στο στόμα
🔉
βάζω στο στόμα
🔉
ağızlaşma
🔉
διαλεκτοποίηση (η)
🔉
ağızlaşmak
🔉
διαλεκτοποιούμαι
🔉
ağızlı
🔉
με στόμα
🔉
στοματώδης
🔉
ağızlık
🔉
επιστόμιο (το)
🔉
φίμωτρο (το)
🔉
ağızlıkçı
🔉
κατασκευαστής επιστομίων (ο)
🔉
ağızlıkçılık
🔉
κατασκευή επιστομίων (η)
🔉
ağızotu
🔉
στοματόχορτο (το)
🔉
ağızsıl
🔉
στοματικός
🔉
ağızsıl ünlü
🔉
στοματικό φωνήεν (το)
🔉
ağızsız
🔉
άστομος
🔉
ağızsızlık
🔉
αστομία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱