Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆ağrı 🔉  

πόνος (ο) 🔉  
άλγος (το) 🔉  
☆Ağrı 🔉  

Άγρι (το) 🔉  
☆ağrı kesici 🔉  

παυσίπονο (το) 🔉  
αναλγητικό (το) 🔉  
☆ağrı kesimi 🔉  

αναλγησία (η) 🔉  
καταστολή πόνου (η) 🔉  
☆ağrı sızı 🔉  

πόνος (ο) 🔉  
άλγος (το) 🔉  
ενόχληση (η) 🔉  
☆ağrı yitimi 🔉  

απώλεια αίσθησης πόνου (η) 🔉  
☆ağrılı 🔉  

επώδυνος 🔉  
με πόνο 🔉  
☆Ağrılı 🔉  

από το Άγρι 🔉  
☆ağrılılık 🔉  

επώδυνη κατάσταση (η) 🔉  
οδυνηρότητα (η) 🔉  
☆Ağrılılık 🔉  

ιδιότητα του κατοίκου του Άγρι (η) 🔉  
☆ağrıma 🔉  

πόνος (ο) 🔉  
άλγος (το) 🔉  
☆ağrıma asalakları 🔉  

παράσιτα του πόνου (τα) 🔉  
☆ağrımak 🔉  

πονάω 🔉  
αλγώ 🔉  
☆ağrısız 🔉  

ανώδυνος 🔉  
χωρίς πόνο 🔉  
☆ağrısızca 🔉  

ανώδυνα 🔉  
χωρίς πόνο 🔉  
☆ağrısızlık 🔉  

ανωδυνία (η) 🔉  
απουσία πόνου (η) 🔉  
☆ağrıtabilme 🔉  

δυνατότητα να προκαλέσω πόνο (η) 🔉  
☆ağrıtabilmek 🔉  

μπορώ να προκαλέσω πόνο 🔉  
☆ağrıtış 🔉  

πρόκληση πόνου (η) 🔉  
τρόπος που πονά (ο) 🔉  
☆ağrıtma 🔉  

πρόκληση πόνου (η) 🔉  
☆ağrıtmak 🔉  

προκαλώ πόνο 🔉  
πονάω (κάποιον/κάτι) 🔉  
☆ağrıyabilme 🔉  

δυνατότητα να πονάω (η) 🔉  
☆ağrıyabilmek 🔉  

μπορώ να πονάω 🔉  
☆ağrıyış 🔉  

πόνος (ο) 🔉  
τρόπος που πονά (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱