Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
aşı
🔉
εμβόλιο (το)
🔉
εμβολιασμός (ο)
🔉
μπόλι (το)
🔉
ası
🔉
εμβόλιο (το)
🔉
εμβολιασμός (ο)
🔉
aşı boyalı
🔉
βαμμένος με βαφή εμβολίου
🔉
εμβολιοβαμμένος
🔉
aşı boyası
🔉
βαφή εμβολίου (η)
🔉
aşı kâğıdı
🔉
πιστοποιητικό εμβολιασμού (το)
🔉
aşı taşı
🔉
πέτρα εμβολιασμού (η)
🔉
aşıcı
🔉
εμβολιαστής (ο)
🔉
aşıcılık
🔉
εμβολιαστική (η)
🔉
εμβολιασμός (ο)
🔉
aşık
🔉
αστράγαλος (ο)
🔉
âşık
🔉
ερωτευμένος
🔉
εραστής (ο)
🔉
ερωμένη (η)
🔉
asık
🔉
σκυθρωπός
🔉
κατηφής
🔉
aşık kemiği
🔉
αστράγαλος (ο)
🔉
asık surat
🔉
σκυθρωπό πρόσωπο (το)
🔉
κατηφές ύφος (το)
🔉
asık suratlı
🔉
σκυθρωπός
🔉
κατηφής
🔉
asık suratlılık
🔉
σκυθρωπότητα (η)
🔉
κατήφεια (η)
🔉
âşıkane
🔉
ερωτικός
🔉
ερωτικά
🔉
âşıklı
🔉
ερωτευμένος
🔉
âşıklık
🔉
έρωτας (ο)
🔉
ερωτική σχέση (η)
🔉
âşıktaş
🔉
αστράγαλος (ο)
🔉
âşıktaşlık
🔉
παιχνίδι με αστραγάλους (το)
🔉
asıl
🔉
κύριος
🔉
βασικός
🔉
πρωτεύων
🔉
γνήσιος
🔉
asıl nüsha
🔉
πρωτότυπο (το)
🔉
πρωτότυπο αντίγραφο (το)
🔉
asıl sayılar
🔉
πρώτοι αριθμοί (οι)
🔉
aşılabilme
🔉
δυνατότητα υπέρβασης (η)
🔉
δυνατότητα εμβολιασμού (η)
🔉
asılabilme
🔉
δυνατότητα κρεμάσματος (η)
🔉
δυνατότητα ανάρτησης (η)
🔉
aşılabilmek
🔉
υπερβαίνομαι
🔉
ξεπερνιέμαι
🔉
εμβολιάζομαι
🔉
asılabilmek
🔉
μπορώ να κρεμαστώ
🔉
μπορώ να αναρτηθώ
🔉
aşılama
🔉
εμβολιασμός (ο)
🔉
εμβολιαστική πράξη (η)
🔉
εμβολιασμός φυτών (ο)
🔉
aşılamak
🔉
εμβολιάζω
🔉
μπολιάζω
🔉
aşılanış
🔉
εμβολιασμός (ο)
🔉
μπολιάσμα (το)
🔉
asılanış
🔉
κρέμασμα (το)
🔉
ανάρτηση (η)
🔉
aşılanma
🔉
εμβολιασμός (ο)
🔉
μπολιάσμα (το)
🔉
asılanma
🔉
κρέμασμα (το)
🔉
ανάρτηση (η)
🔉
aşılanmak
🔉
εμβολιάζομαι
🔉
μπολιάζομαι
🔉
asılanmak
🔉
κρεμιέμαι
🔉
αναρτώμαι
🔉
aşılatabilme
🔉
δυνατότητα να εμβολιαστεί (η)
🔉
aşılatabilmek
🔉
δύναμαι να εμβολιαστώ
🔉
δύναμαι να κάνω εμβόλιο
🔉
aşılatılma
🔉
εμβολιασμός (ο)
🔉
aşılatılmak
🔉
εμβολιάζομαι
🔉
aşılatma
🔉
εμβολιασμός (ο)
🔉
aşılatmak
🔉
εμβολιάζω
🔉
κάνω να εμβολιαστεί
🔉
aşılayabilme
🔉
δυνατότητα εμβολιασμού (η)
🔉
δυνατότητα μπολιάσματος (η)
🔉
aşılayabilmek
🔉
δύναμαι να εμβολιάσω
🔉
δύναμαι να μπολιάσω
🔉
aşılayış
🔉
εμβολιασμός (ο)
🔉
μπολιάσμα (το)
🔉
aşılı
🔉
εμβολιασμένος
🔉
μπολιασμένος
🔉
asılı
🔉
κρεμασμένος
🔉
αναρτημένος
🔉
aşılılık
🔉
εμβολιαστική κάλυψη (η)
🔉
εμβολιασμένη κατάσταση (η)
🔉
asılış
🔉
κρέμασμα (το)
🔉
ανάρτηση (η)
🔉
asıllı
🔉
γνήσιος
🔉
ευγενούς καταγωγής
🔉
asıllık
🔉
γνησιότητα (η)
🔉
ευγενής καταγωγή (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱