Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆aşırı 🔉  

υπερβολικός 🔉  
ακραίος 🔉  
υπέρμετρος 🔉  
☆aşırı akım 🔉  

υπερένταση (η) 🔉  
☆aşırı bellem 🔉  

υπερμνήμη (η) 🔉  
☆aşırı besi 🔉  

υπερσίτιση (η) 🔉  
υπερπάχυνση (η) 🔉  
☆aşırı doyma 🔉  

υπερκορεσμός (ο) 🔉  
☆aşırı duyarlık 🔉  

υπερευαισθησία (η) 🔉  
☆aşırı duyu 🔉  

εξωαισθητηριακή αντίληψη (η) 🔉  
☆aşırı erime 🔉  

υπερτήξη (η) 🔉  
☆aşırı etkin 🔉  

υπερδραστήριος 🔉  
υπερενεργός 🔉  
☆aşırı etkinlik 🔉  

υπερδραστηριότητα (η) 🔉  
☆aşırı gerilim 🔉  

υπέρταση (η) 🔉  
υπερτάση (η) 🔉  
☆aşırı şiddetli fırtına 🔉  

σφοδρότατη θύελλα (η) 🔉  
σφοδρή καταιγίδα (η) 🔉  
☆aşırı taşırı 🔉  

υπερβολικός 🔉  
υπέρμετρος 🔉  
ακραίος 🔉  
☆aşırı uç 🔉  

άκρο (το) 🔉  
ακραία πτέρυγα (η) 🔉  
☆aşırı yük 🔉  

υπερφόρτωση (η) 🔉  
υπερβολικό φορτίο (το) 🔉  
☆aşırıcı 🔉  

εξτρεμιστής (ο) 🔉  
εξτρεμίστρια (η) 🔉  
ακραίος 🔉  
☆aşırıcılık 🔉  

εξτρεμισμός (ο) 🔉  
ακροτισμός (ο) 🔉  
☆aşırılabilme 🔉  

δυνατότητα υπεξαίρεσης (η) 🔉  
δυνατότητα κλοπής (η) 🔉  
☆aşırılabilmek 🔉  

δύναμαι να υπεξαιρεθώ 🔉  
δύναμαι να κλαπώ 🔉  
☆aşırılaşma 🔉  

υπερβολή (η) 🔉  
ακροποίηση (η) 🔉  
☆aşırılaşmak 🔉  

υπερβάλλω 🔉  
γίνομαι ακραίος 🔉  
☆aşırılaştırma 🔉  

υπερβολή (η) 🔉  
ακροποίηση (η) 🔉  
☆aşırılaştırmak 🔉  

υπερβάλλω 🔉  
καθιστώ ακραίο 🔉  
☆aşırılık 🔉  

υπερβολή (η) 🔉  
ακρότητα (η) 🔉  
☆aşırılma 🔉  

υπεξαίρεση (η) 🔉  
κλοπή (η) 🔉  
☆aşırılmak 🔉  

υπεξαιρούμαι 🔉  
κλέβομαι 🔉  
☆aşırıntı 🔉  

υπερβολή (η) 🔉  
ακρότητα (η) 🔉  
☆aşırış 🔉  

υπεξαίρεση (η) 🔉  
κλοπή (η) 🔉  
☆aşırıverme 🔉  

αιφνίδια υπέρβαση (η) 🔉  
αιφνίδια υπερβολή (η) 🔉  
☆aşırıvermek 🔉  

υπερβάλλω απότομα 🔉  
ξεπερνώ απότομα 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱