Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
ada
🔉
νησί (το)
🔉
☆
ada balığı
🔉
ψάρι του νησιού (το)
🔉
☆
ada çayı
🔉
φασκόμηλο (το)
🔉
☆
ada soğanı
🔉
θαλάσσιο κρεμμύδι (το)
🔉
σκίλλα (η)
🔉
☆
ada tavşanı
🔉
λαγός του νησιού (ο)
🔉
☆
ada tepe
🔉
νησίδα-λόφος (η)
🔉
☆
adabımuaşeret
🔉
κανόνες καλής συμπεριφοράς (οι)
🔉
εθιμοτυπία (η)
🔉
☆
adacık
🔉
νησάκι (το)
🔉
☆
adacyo
🔉
αντάτζο (το)
🔉
☆
adak
🔉
τάμα (το)
🔉
αφιέρωμα (το)
🔉
☆
adaklama
🔉
τάξιμο (το)
🔉
αφιέρωση τάματος (η)
🔉
☆
adaklamak
🔉
κάνω τάμα
🔉
αφιερώνω ως τάμα
🔉
☆
adaklanma
🔉
αφιέρωση ως τάμα (η)
🔉
☆
adaklanmak
🔉
αφιερώνομαι ως τάμα
🔉
☆
Adaklı
🔉
ταματούχος
🔉
☆
adaklı
🔉
ταματικός
🔉
αφιερωμένος ως τάμα
🔉
☆
adaklık
🔉
τάμα (το)
🔉
αφιέρωμα (το)
🔉
☆
adaksız
🔉
χωρίς τάμα
🔉
ατάματος
🔉
☆
Adalar
🔉
Πριγκηπόννησα (τα)
🔉
☆
adale
🔉
μυς (ο)
🔉
☆
adaleli
🔉
μυώδης
🔉
☆
adalesiz
🔉
άμυος
🔉
χωρίς μύες
🔉
☆
adalet
🔉
δικαιοσύνη (η)
🔉
☆
adalet kapısı
🔉
Πύλη της Δικαιοσύνης (η)
🔉
☆
adalet mahkemesi
🔉
δικαστήριο (το)
🔉
☆
adalet örgütü
🔉
δικαστική οργάνωση (η)
🔉
☆
adalet sarayı
🔉
δικαστικό μέγαρο (το)
🔉
☆
adaletli
🔉
δίκαιος
🔉
δικαιοπρεπής
🔉
☆
adaletlilik
🔉
δικαιοσύνη (η)
🔉
δικαιοπρέπεια (η)
🔉
☆
adaletsiz
🔉
άδικος
🔉
☆
adaletsizce
🔉
άδικα
🔉
☆
adaletsizlik
🔉
αδικία (η)
🔉
☆
adalı
🔉
νησιώτης (ο)
🔉
νησιώτισσα (η)
🔉
☆
adalılık
🔉
νησιωτικότητα (η)
🔉
☆
adam
🔉
άνδρας (ο)
🔉
άνθρωπος (ο)
🔉
τύπος (ο)
🔉
☆
adam adama
🔉
ένας προς έναν
🔉
σώμα με σώμα
🔉
☆
adam adama savunma
🔉
άμυνα άνθρωπο με άνθρωπο (η)
🔉
άμυνα man-to-man (η)
🔉
☆
adam başı
🔉
κατά κεφαλήν
🔉
☆
adam başına
🔉
κατά κεφαλήν
🔉
☆
adam boyu
🔉
ύψος ανθρώπου (το)
🔉
☆
adam kıtlığında
🔉
σε έλλειψη ανθρώπων
🔉
όταν λείπουν οι άνθρωποι
🔉
☆
adam sarrafı
🔉
γνώστης ανθρώπων (ο)
🔉
☆
adam sendeci
🔉
ωχαδελφιστής (ο)
🔉
☆
adam sendecilik
🔉
ωχαδελφισμός (ο)
🔉
☆
adam yokluğunda
🔉
ελλείψει ανθρώπων
🔉
☆
adama
🔉
αφιέρωση (η)
🔉
αφιέρωμα (το)
🔉
☆
adamak
🔉
αφιερώνω
🔉
τάσσω
🔉
☆
adamakıllı
🔉
για τα καλά
🔉
εντελώς
🔉
όπως πρέπει
🔉
☆
adamca
🔉
αντρίκεια
🔉
ανθρώπινα
🔉
☆
adamcağız
🔉
καημένος (ο)
🔉
καημενούλης (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱