Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
af 🔉  

χάρη (η) 🔉  
αμνηστία (η) 🔉  
συγχώρηση (η) 🔉  
afacan 🔉  

σκανταλιάρης (ο) 🔉  
σκανταλιάρα (η) 🔉  
afacanlaşma 🔉  

σκανταλιά (η) 🔉  
σκανταλιαριά (η) 🔉  
afacanlaşmak 🔉  

γίνομαι σκανταλιάρης 🔉  
afacanlık 🔉  

σκανταλιά (η) 🔉  
σκανταλιαριά (η) 🔉  
afak 🔉  

ορίζοντας (ο) 🔉  
afakan 🔉  

ταχυκαρδία (η) 🔉  
καρδιοχτύπι (το) 🔉  
afaki 🔉  

υποθετικός 🔉  
θεωρητικός 🔉  
afakilik 🔉  

θεωρητικότητα (η) 🔉  
υποθετικότητα (η) 🔉  
afal 🔉  

χαζός 🔉  
αποβλακωμένος 🔉  
afal afal 🔉  

χαζεμένος 🔉  
αποσβολωμένος 🔉  
afallama 🔉  

αποσβολωμάρα (η) 🔉  
σύγχυση (η) 🔉  
afallamak 🔉  

αποσβολώνομαι 🔉  
συγχέομαι 🔉  
afallaşma 🔉  

αποβλάκωση (η) 🔉  
αποχαύνωση (η) 🔉  
afallaşmak 🔉  

αποβλακώνομαι 🔉  
αποχαυνώνομαι 🔉  
afallaştırma 🔉  

αποβλάκωση (η) 🔉  
αποχαύνωση (η) 🔉  
afallaştırmak 🔉  

αποβλακώνω 🔉  
αποχαυνώνω 🔉  
afallatma 🔉  

αποσβόλωση (η) 🔉  
αιφνιδιασμός (ο) 🔉  
afallatmak 🔉  

αποσβολώνω 🔉  
αιφνιδιάζω 🔉  
afallayış 🔉  

αποσβόλωση (η) 🔉  
σύγχυση (η) 🔉  
afat 🔉  

καταστροφή (η) 🔉  
συμφορά (η) 🔉  
afazi 🔉  

αφασία (η) 🔉  
aferin 🔉  

μπράβο (το) 🔉  
έπαινος (ο) 🔉  
aferist 🔉  

απατεώνας (ο) 🔉  
τσαρλατάνος (ο) 🔉  
afet 🔉  

καταστροφή (η) 🔉  
θεομηνία (η) 🔉  
afet istasyonu 🔉  

σταθμός πρώτων βοηθειών (ο) 🔉  
σταθμός αντιμετώπισης καταστροφών (ο) 🔉  
afetzede 🔉  

πληγέντας (ο) 🔉  
πληγείσα (η) 🔉  
affedebilme 🔉  

δυνατότητα συγχώρησης (η) 🔉  
affedebilmek 🔉  

μπορώ να συγχωρήσω 🔉  
affedilebilme 🔉  

δυνατότητα να συγχωρηθεί (η) 🔉  
affedilebilmek 🔉  

μπορώ να συγχωρηθώ 🔉  
μπορώ να συγχωρηθεί 🔉  
affediliş 🔉  

συγχώρηση (η) 🔉  
affedilme 🔉  

συγχώρηση (η) 🔉  
affedilmek 🔉  

συγχωρούμαι 🔉  
affediş 🔉  

συγχώρηση (η) 🔉  
affetme 🔉  

συγχώρηση (η) 🔉  
affetmek 🔉  

συγχωρώ 🔉  
affettirebilme 🔉  

δυνατότητα να επιτύχει συγχώρηση (η) 🔉  
affettirebilmek 🔉  

μπορώ να κάνω να συγχωρηθεί 🔉  
affettiriş 🔉  

επίτευξη συγχώρησης (η) 🔉  
affettirme 🔉  

επίτευξη συγχώρησης (η) 🔉  
affettirmek 🔉  

κάνω να συγχωρηθεί 🔉  
affettuoso 🔉  

αφφετουόζο 🔉  
affeyleme 🔉  

συγχώρηση (η) 🔉  
affeylemek 🔉  

συγχωρώ 🔉  
affolma 🔉  

αμνήστευση (η) 🔉  
χάρη (η) 🔉  
affolmak 🔉  

αμνηστεύομαι 🔉  
χαρίζομαι 🔉  
affolunabilme 🔉  

δυνατότητα αμνήστευσης (η) 🔉  
affolunabilmek 🔉  

μπορώ να αμνηστευθώ 🔉  
affolunma 🔉  

αμνήστευση (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱