Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
ak
🔉
λευκός
🔉
άσπρος
🔉
ak ağa
🔉
λευκός αγάς (ο)
🔉
ak benek
🔉
λευκή κηλίδα (η)
🔉
ak demir
🔉
λευκός σίδηρος (ο)
🔉
ak gözlü
🔉
γαλανόματος
🔉
ανοιχτόματος
🔉
ak kan
🔉
λευκό αίμα (το)
🔉
λευκοκύτταρα (τα)
🔉
ak kan bezi yangısı
🔉
λεμφαδενίτιδα (η)
🔉
ak madde
🔉
λευκή ουσία (η)
🔉
ak pak
🔉
κατάλευκος
🔉
ολόλευκος
🔉
ak saçlı
🔉
ασπρομάλλης
🔉
γκριζομάλλης
🔉
ak saçlılık
🔉
ασπρομαλλιά (η)
🔉
γκριζάρισμα (το)
🔉
ak sakallı
🔉
ασπρογένης
🔉
λευκογένης
🔉
ak sakallılık
🔉
λευκογένεια (η)
🔉
ak sülümen
🔉
λευκός σουλεϊμάνης (ο)
🔉
ak yazı
🔉
λευκή γραφή (η)
🔉
ak yazılı
🔉
με λευκή γραφή
🔉
ak yazılılık
🔉
λευκή γραφή (η)
🔉
ak yel
🔉
λευκός άνεμος (ο)
🔉
ak yem
🔉
λευκή ζωοτροφή (η)
🔉
Ak Yıldız
🔉
Λευκό Άστρο (το)
🔉
aka
🔉
μεγαλύτερος αδελφός (ο)
🔉
πρεσβύτερος (ο)
🔉
akabe
🔉
απότομη ανηφόρα (η)
🔉
δύσβατο πέρασμα (το)
🔉
akabilme
🔉
δυνατότητα να ρέω (η)
🔉
akabilmek
🔉
μπορώ να ρέω
🔉
akabinde
🔉
κατόπιν
🔉
στη συνέχεια
🔉
akaç
🔉
αποστραγγιστικό αυλάκι (το)
🔉
απορροή (η)
🔉
akaçlama
🔉
αποστράγγιση (η)
🔉
akaçlamak
🔉
αποστραγγίζω
🔉
akaçlatma
🔉
αποστράγγιση (η)
🔉
akaçlatmak
🔉
κάνω να αποστραγγιστεί
🔉
αποστραγγίζω
🔉
akademi
🔉
ακαδημία (η)
🔉
akademici
🔉
ακαδημαϊκός (ο)
🔉
akademicilik
🔉
ακαδημαϊσμός (ο)
🔉
akademik
🔉
ακαδημαϊκός
🔉
akademisyen
🔉
ακαδημαϊκός (ο)
🔉
πανεπιστημιακός (ο)
🔉
akademisyenlik
🔉
ακαδημαϊκή ιδιότητα (η)
🔉
akağaç
🔉
λευκόδεντρο (το)
🔉
akait
🔉
δογματική (η)
🔉
δόγματα (τα)
🔉
akaju
🔉
μαόνι (το)
🔉
akak
🔉
λευκός
🔉
άσπρος
🔉
akala
🔉
μένω
🔉
παραμένω
🔉
akamber
🔉
γκρίζο κεχριμπάρι (το)
🔉
άμβρα (η)
🔉
akamet
🔉
αδυναμία (η)
🔉
ανικανότητα (η)
🔉
akan yıldız
🔉
πεφταστέρι (το)
🔉
διάττων αστέρας (ο)
🔉
akar
🔉
ρέον νερό (το)
🔉
εισόδημα (το)
🔉
πρόσοδος (η)
🔉
akar amber
🔉
άμβρα (η)
🔉
akarca
🔉
ρυάκι (το)
🔉
μικρό ρέμα (το)
🔉
akaret
🔉
ακίνητο εισοδήματος (το)
🔉
πρόσοδος ακινήτου (η)
🔉
akarlar
🔉
εισοδήματα (τα)
🔉
πρόσοδοι (οι)
🔉
akarsu
🔉
ποτάμι (το)
🔉
ρέμα (το)
🔉
υδάτινο ρεύμα (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱