Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
akıl
🔉
νους (ο)
🔉
λογική (η)
🔉
φρόνηση (η)
🔉
☆
akıl defteri
🔉
τετράδιο σημειώσεων (το)
🔉
σημειωματάριο (το)
🔉
☆
akıl dişi
🔉
φρονιμίτης (ο)
🔉
☆
akıl dışı
🔉
παράλογος
🔉
εξωλογικός
🔉
☆
akıl dışıcı
🔉
υπερλογικός
🔉
αντιορθολογικός
🔉
☆
akıl dışıcılık
🔉
αντιορθολογισμός (ο)
🔉
υπερλογισμός (ο)
🔉
☆
akıl dışılık
🔉
παραλογισμός (ο)
🔉
παραλογότητα (η)
🔉
☆
akıl doktoru
🔉
ψυχίατρος (ο)
🔉
☆
akıl hastalığı
🔉
ψυχική νόσος (η)
🔉
ψυχική ασθένεια (η)
🔉
☆
akıl hastanesi
🔉
ψυχιατρείο (το)
🔉
ψυχιατρικό νοσοκομείο (το)
🔉
☆
akıl hastası
🔉
ψυχασθενής (ο, η)
🔉
☆
akıl hocalığı
🔉
καθοδήγηση (η)
🔉
συμβουλευτική (η)
🔉
☆
akıl hocası
🔉
σύμβουλος (ο)
🔉
καθοδηγητής (ο)
🔉
☆
akıl kârı
🔉
λογικό (το)
🔉
☆
akıl kethüdası
🔉
ξερόλας (ο)
🔉
☆
akıl kumkuması
🔉
ξερόλας (ο)
🔉
παντογνώστης (ο)
🔉
☆
akıl küpü
🔉
διάνοια (η)
🔉
φωστήρας (ο)
🔉
☆
akıl kutusu
🔉
διάνοια (η)
🔉
μυαλό (το)
🔉
☆
akıl zayıflığı
🔉
νοητική υστέρηση (η)
🔉
διανοητική αδυναμία (η)
🔉
☆
akılalmaz
🔉
αδιανόητος
🔉
ασύλληπτος
🔉
☆
akılalmazlık
🔉
αδιανόητο (το)
🔉
ασυλληψία (η)
🔉
☆
akılcı
🔉
ορθολογικός
🔉
ρασιοναλιστικός
🔉
☆
akılcılık
🔉
ορθολογισμός (ο)
🔉
ρασιοναλισμός (ο)
🔉
☆
akıldan yoksun
🔉
άμυαλος
🔉
παράφρων
🔉
☆
akıldan yoksunluk
🔉
αφροσύνη (η)
🔉
παραφροσύνη (η)
🔉
☆
akıldane
🔉
λογικός
🔉
συνετός
🔉
☆
akıldanelik
🔉
σύνεση (η)
🔉
φρονιμάδα (η)
🔉
☆
akıllanabilme
🔉
δυνατότητα να συνετιστεί (η)
🔉
☆
akıllanabilmek
🔉
δύναμαι να συνετιστώ
🔉
μπορώ να συνετιστώ
🔉
☆
akıllandırma
🔉
συνετισμός (ο)
🔉
νουθέτηση (η)
🔉
☆
akıllandırmak
🔉
συνετίζω
🔉
νουθετώ
🔉
☆
akıllanış
🔉
συνετισμός (ο)
🔉
☆
akıllanıverme
🔉
ξαφνικός συνετισμός (ο)
🔉
☆
akıllanıvermek
🔉
συνετίζομαι μονομιάς
🔉
έρχομαι στα συγκαλά μου μονομιάς
🔉
☆
akıllanma
🔉
συνετισμός (ο)
🔉
σωφρονισμός (ο)
🔉
☆
akıllanmak
🔉
συνετίζομαι
🔉
έρχομαι στα συγκαλά μου
🔉
☆
akıllanmaz
🔉
ασυμμόρφωτος
🔉
αδιόρθωτος
🔉
☆
akıllanmazlık
🔉
αδιορθωσία (η)
🔉
ασυμμορφωσιά (η)
🔉
☆
akıllara seza
🔉
αξιομνημόνευτος
🔉
άξιος λόγου
🔉
☆
akıllara şifa
🔉
θαυματουργός
🔉
ιαματικός
🔉
☆
akıllara zarar
🔉
εξωφρενικός
🔉
παράφρων
🔉
☆
akıllara ziyan
🔉
εξωφρενικός
🔉
παράλογος
🔉
☆
akıllı
🔉
έξυπνος
🔉
συνετός
🔉
φρόνιμος
🔉
☆
akıllı başlı
🔉
συνετός
🔉
σοβαρός
🔉
☆
akıllı uslu
🔉
φρόνιμος
🔉
ήσυχος
🔉
☆
akıllıca
🔉
συνετά
🔉
λογικά
🔉
☆
akıllıcasına
🔉
συνετά
🔉
λογικά
🔉
☆
akıllılaşma
🔉
εξυπνάδα (η)
🔉
συνετισμός (ο)
🔉
☆
akıllılaşmak
🔉
γίνομαι εξυπνότερος
🔉
συνετίζομαι
🔉
☆
akıllılık
🔉
εξυπνάδα (η)
🔉
φρονιμάδα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱