Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
akşam
🔉
βράδυ (το)
🔉
εσπέρα (η)
🔉
aksam
🔉
βράδυ (το)
🔉
εσπέρα (η)
🔉
akşam akşam
🔉
βραδιάτικα
🔉
akşam azadı
🔉
απογευματινή άδεια (η)
🔉
akşam ezanı
🔉
εσπερινό κάλεσμα (το)
🔉
akşam gazetesi
🔉
απογευματινή εφημερίδα (η)
🔉
akşam güneşi
🔉
απογευματινός ήλιος (ο)
🔉
akşam karanlığı
🔉
βραδινό σκοτάδι (το)
🔉
λυκόφως (το)
🔉
akşam namazı
🔉
εσπερινή προσευχή (η)
🔉
akşam pazarı
🔉
απογευματινή αγορά (η)
🔉
akşam piyasası
🔉
απογευματινή αγορά (η)
🔉
akşam saati
🔉
απογευματινή ώρα (η)
🔉
akşam simidi
🔉
βραδινό κουλούρι (το)
🔉
akşam vakti
🔉
ώρα του δειλινού (η)
🔉
εσπέρα (η)
🔉
akşam yeli
🔉
απογευματινό αεράκι (το)
🔉
Akşam Yıldızı
🔉
Αποσπερίτης (ο)
🔉
aksama
🔉
καθυστέρηση (η)
🔉
διακοπή (η)
🔉
akşama doğru
🔉
προς το βράδυ
🔉
akşama sabaha
🔉
ως το βράδυ και ως το πρωί
🔉
aksamak
🔉
καθυστερώ
🔉
χωλαίνω
🔉
παρουσιάζω δυσλειτουργία
🔉
akşamcı
🔉
βραδινός πότης (ο)
🔉
θαμώνας της νύχτας (ο)
🔉
akşamcılık
🔉
βραδινή κραιπάλη (η)
🔉
νυχτοπερπάτημα (το)
🔉
akşamdan
🔉
από το βράδυ
🔉
akşamdan akşama
🔉
από βράδυ σε βράδυ
🔉
akşamki
🔉
βραδινός
🔉
της εσπέρας
🔉
akşamlama
🔉
βράδιασμα (το)
🔉
akşamlamak
🔉
βραδιάζει
🔉
νυχτώνει
🔉
akşamları
🔉
τα βράδια
🔉
akşamlatma
🔉
πρόκληση βραδιάσματος (η)
🔉
akşamlatmak
🔉
κάνω να βραδιάσει
🔉
akşamleyin
🔉
το βράδυ
🔉
εσπερινές ώρες
🔉
akşamlı sabahlı
🔉
βράδυ-πρωί
🔉
συνεχώς
🔉
akşamlık
🔉
βραδινό (το)
🔉
εσπερινό (το)
🔉
akşamlık sabahlık
🔉
για βράδυ και για πρωί
🔉
akşamsefası
🔉
νυχτολούλουδο (το)
🔉
akşamüstü
🔉
απόγευμα (το)
🔉
akşamüzeri
🔉
προς το απόγευμα
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱