Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
al
🔉
κόκκινος
🔉
ερυθρός
🔉
☆
Al
🔉
Αλ (το)
🔉
☆
al bayrak
🔉
κόκκινη σημαία (η)
🔉
ερυθρά σημαία (η)
🔉
☆
al sancak
🔉
κόκκινη σημαία (η)
🔉
☆
ala
🔉
πιτσιλωτός
🔉
παρδαλός
🔉
☆
âlâ
🔉
άριστος
🔉
εξαίρετος
🔉
☆
ala ala hey
🔉
αλαλά (επιφώνημα)
🔉
☆
ala gün
🔉
μισοσκόταδο (το)
🔉
☆
ala sulu
🔉
νερουλός
🔉
αραιός
🔉
☆
alabacak
🔉
παρδαλοπόδαρος
🔉
☆
alabalık
🔉
πέστροφα (η)
🔉
☆
alabalık yağı
🔉
έλαιο πέστροφας (το)
🔉
☆
alabalıkgiller
🔉
σολομοειδή (τα)
🔉
☆
alabanda
🔉
αλαμπάντα (η)
🔉
☆
alabanda ateş
🔉
πλευρικό πυρ (το)
🔉
☆
alabanda köşkü
🔉
πλευρικό περίπτερο (το)
🔉
☆
alabanda kürek
🔉
πλευρικό κουπί (το)
🔉
☆
alabaş
🔉
γογγύλι (το)
🔉
☆
alabildiğine
🔉
όσο γίνεται
🔉
στο έπακρο
🔉
☆
alabilme
🔉
δυνατότητα λήψης (η)
🔉
δυνατότητα αγοράς (η)
🔉
δυνατότητα παραλαβής (η)
🔉
☆
alabilmek
🔉
δύναμαι να πάρω
🔉
δύναμαι να αγοράσω
🔉
δύναμαι να παραλάβω
🔉
☆
alabora
🔉
ανατροπή (η)
🔉
☆
alabros
🔉
νοτιοδυτικός άνεμος (ο)
🔉
☆
alaca
🔉
πιτσιλωτός
🔉
παρδαλός
🔉
ραβδωτός
🔉
☆
Alaca
🔉
Αλάτζα (το)
🔉
☆
alaca aş
🔉
ανάμικτο φαγητό (το)
🔉
☆
alaca bulaca
🔉
πολύχρωμος
🔉
παρδαλός
🔉
☆
alaca karanlık
🔉
λυκόφως (το)
🔉
☆
alacabalıkçıl
🔉
σταχτοτσικνιάς (ο)
🔉
☆
alacak
🔉
απαίτηση (η)
🔉
οφειλή (η)
🔉
εισπρακτέο (το)
🔉
☆
alacak verecek
🔉
δοσοληψίες (οι)
🔉
χρέη και απαιτήσεις (τα)
🔉
☆
alacakarga
🔉
καρακάξα (η)
🔉
☆
Alacakaya
🔉
Αλατζακάγια (το)
🔉
☆
alacaklandırıcı
🔉
πιστωτής (ο)
🔉
☆
alacaklandırma
🔉
πίστωση (η)
🔉
☆
alacaklandırmak
🔉
πιστώνω
🔉
☆
alacaklı
🔉
πιστωτής (ο)
🔉
☆
alacaklılık
🔉
ιδιότητα πιστωτή (η)
🔉
☆
alacalama
🔉
πιτσίλωμα (το)
🔉
παρδάλεμα (το)
🔉
☆
alacalamak
🔉
πιτσιλώνω
🔉
παρδαλεύω
🔉
☆
alacalandırma
🔉
πιτσίλωμα (το)
🔉
παρδάλεμα (το)
🔉
☆
alacalandırmak
🔉
πιτσιλώνω
🔉
παρδαλεύω
🔉
☆
alacalanma
🔉
πιτσίλωμα (το)
🔉
παρδάλεμα (το)
🔉
☆
alacalanmak
🔉
πιτσιλώνομαι
🔉
παρδαλεύομαι
🔉
☆
alacalı
🔉
πιτσιλωτός
🔉
παρδαλός
🔉
☆
alacalı bulacalı
🔉
πολύχρωμος
🔉
παρδαλός
🔉
☆
alacalık
🔉
πιτσιλωτότητα (η)
🔉
παρδαλότητα (η)
🔉
☆
alacalılık
🔉
πιτσιλωτότητα (η)
🔉
παρδαλότητα (η)
🔉
☆
alaçam
🔉
πεύκο (το)
🔉
☆
Alaçam
🔉
Αλατσάμ (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱