Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
alın 🔉  

μέτωπο (το) 🔉  
alın çatı 🔉  

μετωπική στέγη (η) 🔉  
alın teri 🔉  

ιδρώτας (ο) 🔉  
ιδρώτας του μόχθου (ο) 🔉  
alın yazısı 🔉  

πεπρωμένο (το) 🔉  
μοίρα (η) 🔉  
alınabilme 🔉  

δυνατότητα λήψης (η) 🔉  
δυνατότητα αγοράς (η) 🔉  
alınabilmek 🔉  

δύναμαι να ληφθώ 🔉  
δύναμαι να αγοραστώ 🔉  
alındı 🔉  

απόδειξη παραλαβής (η) 🔉  
παραστατικό (το) 🔉  
alındılı 🔉  

με απόδειξη παραλαβής 🔉  
με παραστατικό 🔉  
alındısız 🔉  

χωρίς απόδειξη παραλαβής 🔉  
χωρίς παραστατικό 🔉  
alıngan 🔉  

ευερέθιστος 🔉  
ευαίσθητος 🔉  
παραπονιάρης 🔉  
alınganlaşabilme 🔉  

δυνατότητα να γίνω ευερέθιστος (η) 🔉  
alınganlaşabilmek 🔉  

δύναμαι να γίνω ευερέθιστος 🔉  
δύναμαι να γίνω παραπονιάρης 🔉  
alınganlaşma 🔉  

ευερεθιστότητα (η) 🔉  
υπερευαισθησία (η) 🔉  
alınganlaşmak 🔉  

γίνομαι ευερέθιστος 🔉  
γίνομαι υπερευαίσθητος 🔉  
alınganlık 🔉  

ευερεθιστότητα (η) 🔉  
ευαισθησία (η) 🔉  
παραπονιά (η) 🔉  
alınış 🔉  

λήψη (η) 🔉  
παραλαβή (η) 🔉  
alınlı 🔉  

με πλατύ μέτωπο 🔉  
μετωπιαίος 🔉  
alınlık 🔉  

μέτωπο (το) 🔉  
μετωπιαίο (το) 🔉  
αέτωμα (το) 🔉  
alınma 🔉  

λήψη (η) 🔉  
παραλαβή (η) 🔉  
σύλληψη (η) 🔉  
alınmak 🔉  

λαμβάνω 🔉  
παραλαμβάνω 🔉  
συλλαμβάνομαι 🔉  
προσβάλλομαι 🔉  
παρεξηγούμαι 🔉  
alıntı 🔉  

παράθεμα (το) 🔉  
απόσπασμα (το) 🔉  
παραπομπή (η) 🔉  
δάνειο (το) 🔉  
alıntılama 🔉  

παράθεση (η) 🔉  
παραθεματοποίηση (η) 🔉  
alıntılamak 🔉  

παραθέτω 🔉  
παραθεματοποιώ 🔉  
alıntılanabilme 🔉  

δυνατότητα παράθεσης (η) 🔉  
alıntılanabilmek 🔉  

δύναμαι να παρατεθώ 🔉  
δύναμαι να παρατεθεί 🔉  
alıntılanış 🔉  

παράθεση (η) 🔉  
alıntılanma 🔉  

παράθεση (η) 🔉  
alıntılanmak 🔉  

παρατίθεμαι 🔉  
παρατίθεται 🔉  
alıntılayabilme 🔉  

δυνατότητα παράθεσης (η) 🔉  
alıntılayabilmek 🔉  

δύναμαι να παραθέσω 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱