Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
alaca 🔉  

πιτσιλωτός 🔉  
παρδαλός 🔉  
ραβδωτός 🔉  
Alaca 🔉  

Αλάτζα (το) 🔉  
alaca aş 🔉  

ανάμικτο φαγητό (το) 🔉  
alaca bulaca 🔉  

πολύχρωμος 🔉  
παρδαλός 🔉  
alaca karanlık 🔉  

λυκόφως (το) 🔉  
alacabalıkçıl 🔉  

σταχτοτσικνιάς (ο) 🔉  
alacak 🔉  

απαίτηση (η) 🔉  
οφειλή (η) 🔉  
εισπρακτέο (το) 🔉  
alacak verecek 🔉  

δοσοληψίες (οι) 🔉  
χρέη και απαιτήσεις (τα) 🔉  
alacakarga 🔉  

καρακάξα (η) 🔉  
Alacakaya 🔉  

Αλατζακάγια (το) 🔉  
alacaklandırıcı 🔉  

πιστωτής (ο) 🔉  
alacaklandırma 🔉  

πίστωση (η) 🔉  
alacaklandırmak 🔉  

πιστώνω 🔉  
alacaklı 🔉  

πιστωτής (ο) 🔉  
alacaklılık 🔉  

ιδιότητα πιστωτή (η) 🔉  
alacalama 🔉  

πιτσίλωμα (το) 🔉  
παρδάλεμα (το) 🔉  
alacalamak 🔉  

πιτσιλώνω 🔉  
παρδαλεύω 🔉  
alacalandırma 🔉  

πιτσίλωμα (το) 🔉  
παρδάλεμα (το) 🔉  
alacalandırmak 🔉  

πιτσιλώνω 🔉  
παρδαλεύω 🔉  
alacalanma 🔉  

πιτσίλωμα (το) 🔉  
παρδάλεμα (το) 🔉  
alacalanmak 🔉  

πιτσιλώνομαι 🔉  
παρδαλεύομαι 🔉  
alacalı 🔉  

πιτσιλωτός 🔉  
παρδαλός 🔉  
alacalı bulacalı 🔉  

πολύχρωμος 🔉  
παρδαλός 🔉  
alacalık 🔉  

πιτσιλωτότητα (η) 🔉  
παρδαλότητα (η) 🔉  
alacalılık 🔉  

πιτσιλωτότητα (η) 🔉  
παρδαλότητα (η) 🔉  
alaçam 🔉  

πεύκο (το) 🔉  
Alaçam 🔉  

Αλατσάμ (το) 🔉  
alacamenekşe 🔉  

πανσές (ο) 🔉  
alacasansar 🔉  

κουνάβι (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱