Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
algı
🔉
αντίληψη (η)
🔉
αίσθηση (η)
🔉
εντύπωση (η)
🔉
☆
algı bıçağı
🔉
μαχαίρι άλγης (το)
🔉
☆
algılama
🔉
αντίληψη (η)
🔉
πρόσληψη (η)
🔉
☆
algılamak
🔉
αντιλαμβάνομαι
🔉
προσλαμβάνω
🔉
αισθάνομαι
🔉
☆
algılanabilir
🔉
αντιληπτός
🔉
☆
algılanabilirlik
🔉
αντιληπτότητα (η)
🔉
☆
algılanabilme
🔉
δυνατότητα αντίληψης (η)
🔉
☆
algılanabilmek
🔉
δύναμαι να γίνω αντιληπτός
🔉
☆
algılanış
🔉
αντίληψη (η)
🔉
τρόπος αντίληψης (ο)
🔉
☆
algılanma
🔉
αντίληψη (η)
🔉
πρόσληψη (η)
🔉
☆
algılanmak
🔉
γίνομαι αντιληπτός
🔉
προσλαμβάνομαι
🔉
☆
algılatabilme
🔉
δυνατότητα να καταστήσω αντιληπτό (η)
🔉
☆
algılatabilmek
🔉
δύναμαι να καταστήσω αντιληπτό
🔉
☆
algılatılma
🔉
καθιστώμενη αντίληψη (η)
🔉
πρόκληση αντίληψης (η)
🔉
☆
algılatılmak
🔉
καθίσταμαι αντιληπτός κατόπιν ενέργειας τρίτου
🔉
☆
algılatış
🔉
πρόκληση αντίληψης (η)
🔉
τρόπος πρόκλησης (ο)
🔉
☆
algılatma
🔉
πρόκληση αντίληψης (η)
🔉
☆
algılatmak
🔉
καθιστώ αντιληπτό
🔉
προκαλώ να γίνει αντιληπτό
🔉
☆
algılattırma
🔉
ανάθεση πρόκλησης αντίληψης (η)
🔉
☆
algılattırmak
🔉
βάζω να καταστήσουν αντιληπτό
🔉
☆
algılayabilme
🔉
δυνατότητα αντίληψης (η)
🔉
☆
algılayabilmek
🔉
δύναμαι να αντιληφθώ
🔉
☆
algılayıcı
🔉
αισθητήρας (ο)
🔉
αντιληπτικός
🔉
☆
algılayıcılık
🔉
αισθητήρια λειτουργία (η)
🔉
αντιληπτικότητα (η)
🔉
☆
algılayış
🔉
αντίληψη (η)
🔉
τρόπος αντίληψης (ο)
🔉
☆
algılayıverme
🔉
άμεση αντίληψη (η)
🔉
αιφνίδια πρόσληψη (η)
🔉
☆
algılayıvermek
🔉
αντιλαμβάνομαι αμέσως
🔉
προσλαμβάνω αιφνιδίως
🔉
☆
algın
🔉
κρυολόγημα (το)
🔉
συνάχι (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱