Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
alt
🔉
κάτω
🔉
υπο-
🔉
κατώτερος
🔉
alt alta
🔉
ο ένας κάτω από τον άλλον
🔉
alt başlık
🔉
υπότιτλος (ο)
🔉
alt bölüm
🔉
υποτμήμα (το)
🔉
υποενότητα (η)
🔉
alt çene
🔉
κάτω γνάθος (η)
🔉
alt cins
🔉
υπογένος (το)
🔉
alt deri
🔉
υποδερμίδα (η)
🔉
alt diş
🔉
κάτω δόντι (το)
🔉
alt dudak
🔉
κάτω χείλος (το)
🔉
alt familya
🔉
υποοικογένεια (η)
🔉
alt geçit
🔉
υπόγεια διάβαση (η)
🔉
υποδιάβαση (η)
🔉
alt gerilim
🔉
χαμηλή τάση (η)
🔉
alt güverte
🔉
κάτω κατάστρωμα (το)
🔉
alt hava yuvarı
🔉
τροπόσφαιρα (η)
🔉
alt ırk
🔉
υποφυλή (η)
🔉
alt karşıt
🔉
υποαντίθετος
🔉
alt kat
🔉
κάτω όροφος (ο)
🔉
alt katman
🔉
υποστρώμα (το)
🔉
alt kavuşum
🔉
κάτω σύνοδος (η)
🔉
alt kurul
🔉
υποεπιτροπή (η)
🔉
alt sınıf
🔉
κατώτερη τάξη (η)
🔉
alt şube
🔉
υποκατάστημα (το)
🔉
alt tabaka
🔉
κατώτερο στρώμα (το)
🔉
alt takım
🔉
κάτω ομάδα (η)
🔉
alt tarafı
🔉
το πολύ
🔉
μόνο
🔉
alt tür
🔉
υποείδος (το)
🔉
alt yanı
🔉
κάτω μέρος (το)
🔉
alt yazı
🔉
υπότιτλος (ο)
🔉
alt yazıcı
🔉
υποτιτλιστής (ο)
🔉
alt yazılı
🔉
με υπότιτλους
🔉
Altayca
🔉
αλταϊκά (τα)
🔉
Altayist
🔉
αλταϊστής (ο)
🔉
Altayistik
🔉
αλταϊστική (η)
🔉
alternatif
🔉
εναλλακτικός
🔉
alternatif akım
🔉
εναλλασσόμενο ρεύμα (το)
🔉
alternatifli
🔉
με εναλλακτικές
🔉
εναλλακτικός
🔉
alternatiflik
🔉
εναλλακτικότητα (η)
🔉
alternatiflilik
🔉
εναλλακτικότητα (η)
🔉
alternatifsiz
🔉
χωρίς εναλλακτική
🔉
μη εναλλακτικός
🔉
alternatifsizlik
🔉
έλλειψη εναλλακτικής (η)
🔉
alternatör
🔉
εναλλάκτης (ο)
🔉
γεννήτρια εναλλασσόμενου ρεύματος (η)
🔉
altes
🔉
άλτες (ο)
🔉
altimetre
🔉
υψόμετρο (το)
🔉
altı
🔉
έξι
🔉
altı üstü
🔉
το πολύ
🔉
το λιγότερο
🔉
altı yol
🔉
εξάοδος (η)
🔉
altıgen
🔉
εξάγωνος
🔉
εξάγωνο (το)
🔉
altık
🔉
εξάδα (η)
🔉
Altıkardeş
🔉
Αλτικαρντές (η)
🔉
altılı
🔉
εξάδα (η)
🔉
εξαπλός
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱