Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
altı
🔉
έξι
🔉
altı üstü
🔉
το πολύ
🔉
το λιγότερο
🔉
altı yol
🔉
εξάοδος (η)
🔉
altıgen
🔉
εξάγωνος
🔉
εξάγωνο (το)
🔉
altık
🔉
εξάδα (η)
🔉
Altıkardeş
🔉
Αλτικαρντές (η)
🔉
altılı
🔉
εξάδα (η)
🔉
εξαπλός
🔉
altılı ganyan
🔉
εξάδα (η)
🔉
altılık
🔉
εξάδα (η)
🔉
altın
🔉
χρυσός (ο)
🔉
χρυσάφι (το)
🔉
altın adam
🔉
χρυσός άνθρωπος (ο)
🔉
altın bilezik
🔉
χρυσό βραχιόλι (το)
🔉
altın böcek
🔉
χρυσόσκαρο (το)
🔉
altın çağ
🔉
χρυσή εποχή (η)
🔉
altın çağı
🔉
χρυσή εποχή (η)
🔉
altın gol
🔉
χρυσό γκολ (το)
🔉
altın kaplama
🔉
επιχρύσωση (η)
🔉
χρυσή επένδυση (η)
🔉
altın keseği
🔉
χρυσό σβώλος (ο)
🔉
altın kökü
🔉
ρίζα χρυσού (η)
🔉
altın küpü
🔉
χρυσό δοχείο (το)
🔉
altın otu
🔉
ελίχρυσος (ο)
🔉
altın rengi
🔉
χρυσαφί χρώμα (το)
🔉
altın saatler
🔉
χρυσές ώρες (οι)
🔉
altın sarısı
🔉
χρυσοκίτρινος
🔉
χρυσαφί
🔉
altın suyu
🔉
χρυσόνερο (το)
🔉
διάλυμα χρυσού (το)
🔉
altın varak
🔉
χρυσόφυλλο (το)
🔉
altın yağmurcun
🔉
χρυσόβροχο (το)
🔉
altın yıl
🔉
χρυσό έτος (το)
🔉
altın yürekli
🔉
χρυσόκαρδος
🔉
altın yüreklilik
🔉
χρυσοκαρδία (η)
🔉
altınbaş
🔉
χρυσοκέφαλος
🔉
altınbeşik
🔉
χρυσή κούνια (η)
🔉
altıncı
🔉
έκτος
🔉
altıncı ayak
🔉
έκτο σκέλος (το)
🔉
altıncı duyu
🔉
έκτη αίσθηση (η)
🔉
altıncı his
🔉
έκτη αίσθηση (η)
🔉
altıncılık
🔉
έκτη θέση (η)
🔉
Altındağ
🔉
Αλτίννταγ (η)
🔉
Altınekin
🔉
Αλτίνεκιν (η)
🔉
altınımsı
🔉
χρυσαφί
🔉
χρυσοειδής
🔉
altınlaşma
🔉
επιχρύσωση (η)
🔉
χρύσωμα (το)
🔉
altınlaşmak
🔉
χρυσίζω
🔉
επιχρυσώνομαι
🔉
altınoluk
🔉
Αλτίνoλουκ (η)
🔉
Altınova
🔉
Αλτίνoβα (η)
🔉
Altınözü
🔉
Αλτίνoζου (η)
🔉
altınsı
🔉
χρυσαφί
🔉
χρυσοειδής
🔉
Altıntaş
🔉
Αλτίντας (η)
🔉
altıntop
🔉
χρυσή μπάλα (η)
🔉
Altınyayla
🔉
Αλτίνγιαϊλα (η)
🔉
altıparmak
🔉
εξάδακτυλος
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱