Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
ama
🔉
αλλά
🔉
όμως
🔉
παρά ταύτα
🔉
âmâ
🔉
τυφλός
🔉
amabile
🔉
αμαμπίλε
🔉
amaç
🔉
σκοπός (ο)
🔉
στόχος (ο)
🔉
επιδίωξη (η)
🔉
amaç dışı
🔉
εκτός σκοπού
🔉
άσχετος προς τον σκοπό
🔉
amaçlama
🔉
στοχοθέτηση (η)
🔉
καθορισμός σκοπού (ο)
🔉
amaçlamak
🔉
στοχοθετώ
🔉
καθορίζω σκοπό
🔉
amaçlanma
🔉
στοχοθέτηση (η)
🔉
amaçlanmak
🔉
στοχοθετούμαι
🔉
τίθεμαι ως σκοπός
🔉
amaçlaştırma
🔉
σκοποποίηση (η)
🔉
amaçlaştırmak
🔉
σκοποποιώ
🔉
amaçlı
🔉
σκόπιμος
🔉
στοχευμένος
🔉
amaçlılık
🔉
σκοπιμότητα (η)
🔉
στοχευτικότητα (η)
🔉
amaçsız
🔉
άσκοπος
🔉
χωρίς σκοπό
🔉
amaçsızca
🔉
άσκοπα
🔉
χωρίς σκοπό
🔉
amaçsızcasına
🔉
σαν άσκοπα
🔉
ως άσκοπα
🔉
amaçsızlık
🔉
ασκοπία (η)
🔉
έλλειψη σκοπού (η)
🔉
amade
🔉
έτοιμος
🔉
πρόθυμος
🔉
amadelik
🔉
ετοιμότητα (η)
🔉
προθυμία (η)
🔉
amal
🔉
έργο (το)
🔉
πράξη (η)
🔉
amalgam
🔉
αμάλγαμα (το)
🔉
amalierbaa
🔉
αμαλιερμπάα
🔉
âmâlık
🔉
τύφλωση (η)
🔉
τυφλότητα (η)
🔉
aman
🔉
έλεος
🔉
βοήθεια
🔉
πρόσεχε
🔉
αλίμονο
🔉
aman zaman
🔉
πότε-πότε
🔉
κατά καιρούς
🔉
amanın
🔉
αμάν
🔉
amanname
🔉
αμαννάμε (το)
🔉
amansız
🔉
αμείλικτος
🔉
ανίατος
🔉
αδυσώπητος
🔉
amansız hastalık
🔉
ανίατη ασθένεια (η)
🔉
amansızca
🔉
αμείλικτα
🔉
αδυσώπητα
🔉
amansızcasına
🔉
σαν αμείλικτα
🔉
ως αδυσώπητα
🔉
amansızlık
🔉
αμειλικτότητα (η)
🔉
αδυσώπητο (το)
🔉
ανίατο (το)
🔉
Amasra
🔉
Αμάστρα (η)
🔉
Amasya
🔉
Αμάσεια (η)
🔉
Amasya elması
🔉
μήλο Αμάσειας (το)
🔉
Amasyalı
🔉
Αμασειώτης (ο)
🔉
Αμασειώτισσα (η)
🔉
Amasyalılık
🔉
αμασειώτικη ιδιότητα (η)
🔉
amatör
🔉
ερασιτέχνης
🔉
amatörce
🔉
ερασιτεχνικά
🔉
amatörlük
🔉
ερασιτεχνισμός (ο)
🔉
ερασιτεχνία (η)
🔉
amazon
🔉
Αμαζόνα (η)
🔉
Amazonlar
🔉
Αμαζόνες (οι)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱